Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

The Good Lie (2014)



«Αφελώς μελοδραματική, απόλυτα σχηματική και εντελώς συγκαταβατική αναφορά σε ένα σοβαρό διεθνές πρόβλημα, όπως το μεταναστευτικό, το φιλμ σοκάρει με την αφόρητη απλοϊκότητά του και τον ξεκάθαρο συντηρητισμό του (ο ένας ήρωας κυκλοφορεί αγκαλιά με τη Βίβλο)». 
 Διαβάζοντας κάποιος αυτήν την ταινιοκριτική στο γνωστότερο σχετικό αθηναϊκό περιοδικό, υπάρχει περίπτωση να δει την καινούργια ταινία του Philippe Falardeau (δικό του το O Εξαιρετικός Κύριος Λαζάρ); Πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στους εγχώριους «ειδήμονες» του κινηματογράφου, αλλιώς κινδυνεύουμε να χάσουμε μικρά διαμάντια, όπως η συγκεκριμένη ταινία. Αφορμή για έξοδο από τον μικρόκοσμό μας, ευκαιρία για προβληματισμό. Και, ναι, παρότι κάποιοι δεν το καταλαβαίνουν, άλλοι μπορεί όντως να πορεύονται με τη Βίβλο στο χέρι. 

Θυμάμαι που τον Οκτώβρη διδάσκοντας για την αρχαία Αίγυπτο και τις πυραμίδες συνειδητοποιούσα ότι οι περισσότερες δεν βρίσκονται στη σημερινή Αίγυπτο αλλά νοτιότερα, στο Σουδάν. Στο σύγχρονο χάρτη όπου ανατρέξαμε στο σχολείο εξηγήσαμε γιατί τα σύνορα στην Αφρική είναι τόσο ευθυγραμμισμένα, πως αφού έφυγαν οι αποικιοκράτες, που τα καθόρισαν ακριβώς κάνοντας ασκήσεις επί χάρτου, έμειναν φυλές αντίπαλες μεταξύ τους να παλεύουν σε ένα κοινό, υποτίθεται, έθνος. Τους ανέφερα το εξαιρετικό Hotel Rwanda, ταινία για τον πόλεμο στην ομώνυμη χώρα, μα πλέον θα μνημονεύω και το "The Good Lie" (ελλ. Ένα γενναίο ψέμα). Δίνει την απάντηση στην ερώτηση του παιδιού από το τελευταίο θρανίο: Γιατί δεν ξέρουμε για αυτές τις πυραμίδες στο Σουδάν; Δίνει την απάντηση και στην δική μου ανησυχία: Είναι όντως τόσο φρικτά όσα ζούμε στον μικρόκοσμό μας;

Δεν θα επεκταθώ στην ταινία για τα «χαμένα παιδιά του Σουδάν» που βρέθηκαν στις ΗΠΑ. Δείτε την και την συζητάμε. Όντως κάποια σημεία φαντάζουν απλουστευμένα αλλά η αλήθεια ενυπάρχει. Την βίωσαν άλλωστε κι οι τέσσερεις έγχρωμοι πρωταγωνιστές, ενώ μου άρεσαν και οι ιστορίες των τριών «άχρωμων», λευκών δηλαδή, συμπρωταγωνιστών. Ο πόνος και η ευαισθησία δεν γνωρίζει χρώμα. Μοιράζομαι μόνο τα στοιχεία μιας εύκολης αναζήτησης στο διαδίκτυο. Κάθε μομφή για αφέλεια και σχηματικότητα φαντάζει τόσο άστοχη…


Στο Σουδάν, την τρίτη μεγαλύτερη σε έκταση χώρα της αφρικανικής ηπείρου, εμφύλιος μαινόταν από το 1955 έως το 1972 (17χρόνια) και από το 1983 έως το 2005 (22 χρόνια), ώσπου το 2011 ανεξαρτητοποιήθηκε το νότιο τμήμα της χώρας. Οι πόλεμοι, βέβαια, δεν έπαψαν, αφού στο Νότιο πια Σουδάν ξαναπήραν τα όπλα από το 2013 με την ειρήνη να υπογράφεται πριν μόλις 12 μέρες (2 Φεβρουαρίου 2015) και το Νταρφούρ, στα δυτικά, να βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Ο Δεύτερος Σουδανικός Εμφύλιος, λοιπόν, ένας από τους πιο μακροχρόνιους στην Ιστορία, στοίχισε τη ζωή σε 2.000.000 ανθρώπους και τον εκτοπισμό άλλων 4.000.000! Στον απόηχό του μας μεταφέρει, λοιπόν, η συγκεκριμένη ταινία, στην οποία πρωταγωνιστούν Σουδανοί ηθοποιοί, πρόσφυγες πρώτης και δεύτερης γενιάς, καποιοι εκ των οποίων υποχρεώθηκαν ως παιδιά να πολεμήσουν στον τόπο τους. 

Στο β’ γυναικείο ρόλο, πλάι στην Ρις Γουίδερσπουν, μια κοπέλα της οποίας η ιστορία μού θύμισε την Aduei Riak, για την οποία είχα διαβάσει προ καιρού. Στην ηλικία των 6, η Aduei χωρίστηκε από την οικογένειά της κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Αιθιοπία, και από τότε ήταν μόνη της. Σύντομα ενώθηκε με τα χιλιάδες ορφανά από άλλες διαλυμένες οικογένειες και περπατούσαν πάνω από χίλια χιλιόμετρα για να βρουν καταφύγιο. Αυτά τα παιδιά, που συχνά ονομάζονται «χαμένα αγόρια ή χαμένα παιδιά του Σουδάν», βρήκαν τελικά τον προσφυγικό καταυλισμό Kakuma στην Κένυα. 



Εκεί παρέμεινε από τα 8 μέχρι τα 16 της χρόνια. Το 2000 έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ως ένα από τα μόλις 89 κορίτσια ανάμεσα στα περισσότερα από 4.000 ορφανά, και συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα επανένταξης Χαμένων Αγοριών και Κοριτσιών. Φιλοξενήθηκε από μια ανάδοχη οικογένεια στη Μασαχουσέτη, και παρά το γεγονός ότι δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου Αγγλικά, μέσα σε μόλις δύο χρόνια είχε γίνει μια άριστη μαθήτρια, και το 2003 έγινε δεκτή στο Πανεπιστήμιο Brandeis, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα πανεπιστήμια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την αποφοίτησή της και μετά, η Aduei έχει αγωνιστεί ενάντια στη γενοκτονία στο Νταρφούρ και αρχίζει να λειτουργεί ένα ίδρυμα για να βοηθήσει τα κορίτσια στο Σουδάν να μορφωθούν. Σήμερα, 25 ετών, σπουδάζει στο London School of Economics & Political Science.

Ειρήνη Κουτρέτση

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

«Boyhood» (2014)


165´, USA 2014.


Σκηνοθεσία: 


Με διάχυτη αισιοδοξία παρακολουθούμε τον μικρό Μέισον και την οικογένειά του να ζουν τη ζωή τους, να μεγαλώνουν, να αλλάζουν κι όλα αυτά παράλληλα με την ιστορία της Αμερικής που μεγαλώνει... Η πιο ωραία ειπωμένη ιστορία ενηλικίωσης που γνώρισε ποτέ το σινεμά μάς κάνει να αναπολούμε τη δική μας παιδική ηλικία αλλά και να προβληματιζόμαστε με απλότητα, χιούμορ κι ευαισθησία για το νόημα της ζωής, τη συντροφικότητα, τον χρόνο που περνάει γρήγορα μέσα από εικόνες, μικρές και μεγάλες στιγμές γεμάτες φυσικότητα, ανθρωπιά, τρυφερότητα, αλήθεια. Οι πραγματικά σπουδαίες ταινίες που πραγματεύονται τα αιώνια ζητήματα, όπως η αναζήτηση της προσωπικής ταυτότητας στην περίπτωση του Boyhood, αποφεύγουν να προειδοποιήσου τον θεατή για τις προθέσεις τους. Με εξαιρετική ρευστότητα και αβίαστη διακριτικότητα, η ταινία μας εμπλέκει στις οικείες περιπέτειες μιας οικογένειας που ενώνεται και διασπάται πολλές φορές, σε μαεστρική σύλληψη και εκτέλεση του σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. 


Ο υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης (που διανύει μια χρυσή περίοδο ωριμότητας) είχε τη φιλόδοξη ιδέα να χρησιμοποιήσει τους ίδιους ηθοποιούς για να αφηγηθεί την ιστορία της ανατροφής ενός αγοριού. Κάθε καλοκαίρι, καλούσε τους επαγγελματίες Ίθαν Χοκ και Πατρίσια Αρκέτ, που υποδύονται τους γονείς, τον άγνωστο πιτσιρικά Έλαρ Κολτρέιν και την κόρη του Λορελάι για να κάνουν σποραδικά γυρίσματα στο Τέξας, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό και τη διαθεσιμότητα του καθενός. Ως σενάριο χρησιμοποίησε μια ραχοκοκαλιά πλοκής και από εκεί και πέρα ανέπτυξε τα βασικά, αντί να παραδοθεί στους συνήθεις μηχανισμούς της μελοδραματικής φαντασίας, χωρίς να εκμεταλλεύεται την κατάσταση που δημιούργησε για λόγους σκηνοθετικής ηδονοβλεψίας. 


Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ κατανόησε και απέδωσε τα λάθη και τα πάθη της εφηβείας, όπως αντίστοιχα ένας ψυχίατρος θα σημείωνε με προσοχή και θα έβγαζε διάγνωση για τον ασθενή του. Ο σκηνοθέτης προτιμάει να αφήσει την ιστορία του να κυλήσει σαν το ποτάμι, να μην αποφύγει τις εκρήξεις των γονιών που μαλώνουν και χωρίζουν, να σκύψει διακριτικά στις παρατεταμένες, στενόχωρες σιωπές του Μέισον, με σκοπό να καταγράψει τις λεπτομέρειες των σχέσεων και τη δυναμική της οικογένειας, που γεφυρώνει τις διαφορές της με τον χρόνο. Η ταινία αναπνέει, βασικό για και απαραίτητο στοιχείο για ένα έργο πάνω στην ύπαρξη, που καταπιάνεται με την έκφραση της καθημερινότητας και τους ρυθμούς της.

Η υπομονή του Λινκλέιτερ τον ανταμείβει πλήρως. Οι 39 ημέρες γυρίσματος μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 12 ετών (ένα καθαρό ρίσκο, με πολλές πιθανότητες για φιάσκο) είχαν ένα πανηγυρικό αποτέλεσμα: ο Ίθαν Χοκ και η Πατρίσια Αρκέτ ποτέ δεν ήταν καλύτεροι στο σινεμά, ο άπειρος Έλαρ Κολτρέιν είναι ο τέλειος αγωγός της άχαρης μεταμόρφωσης αλλά και της ευαίσθητης ψυχής που δέχεται και επεξεργάζεται ως αυθεντική ενσάρκωση της παιδικής ηλικίας που περνάει τελετουργικά τα στάδια της ενηλικίωσης. Θεωρητικά, είναι λίγο τρομακτικό να βλέπουμε τους ηθοποιούς να μεγαλώνουν μπροστά στα μάτια μας (οι διαφορές μέσα στα 12 χρόνια είναι εμφανείς), αλλά το δυνητικό θρίλερ γίνεται ένα οικείο home movie στα χέρια του Λινκλέιτερ.


Το «Boyhood» διαθέτει δυσεύρετη αυθεντικότητα και αναντίρρητη αλήθεια, μια εμπειρία για τον θεατή και ένα ειλικρινές αντίδοτο στο κύμα των συνθετικών ταινιών που μας έχουν κάνει, κυριολεκτικά, να μην πιστεύουμε στα μάτια μας με τις ταινίες που παράγονται.


Μία ταινία που αξίζει όλοι να δούμε!