Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

LAST DANCE, 2012

  
 

O Αυ­στρα­λός σκη­νο­θέ­της David Pulbrook εί­χε μια συ­ναρ­πασ­τι­κή ι­δέ­α που τήν έ­κα­νε σε­νά­ριο μα­ζί με τον σε­να­ρι­ο­γρά­φο Terence Hammond.  Έ­νας κυ­νη­γη­μέ­νος Πα­λαι­στί­νιος τρο­μο­κρά­της εισβάλλει στο σπίτι μιας δυναμικής ηλικιωμένης Ε­βραί­ας που ε­πέ­ζη­σε α­πό τα στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης, ενώ εκα­τον­τά­δες α­στυ­νο­μι­κοί α­να­ζη­τούν τους υ­πεύ­θυ­νους μιας θα­νά­σι­μης βομ­βι­στι­κής ε­πί­θε­σης στην Ε­βρα­ϊ­κή γει­το­νιά της πό­λης.

Στην ται­νί­α Last Dance (Αυστραλία 2012) που ε­πι­φα­νεια­κά α­κο­λου­θεί τον τρό­πο μιας ι­στο­ρί­ας ο­μη­ρί­ας, κυριαρχεί το σα­σπένς και ο έν­το­νος ε­σω­τε­ρι­κός ρυθ­μός, ενώ ο σκη­νο­θέ­της μέσα από τους πρωταγωνιστές του μς μι­λά­ για την α­γά­πη, το φυ­λε­τι­κό μί­σος και την συγ­χώ­ρε­ση, με πο­λύ συγ­κι­νη­τι­κό τρό­πο. 

Οι δι­ά­λο­γοι  παρουσιάζουν το Πα­λαι­στι­νια­κό δρά­μα α­πό ό­λες τις πλευ­ρές, χω­ρίς υ­περ­βο­λές και φα­να­τι­σμούς. Η φρί­κη του πο­λέ­μου δεν έ­χει πα­ρά μό­νο θύ­μα­τα και πό­νο. 

Πρω­τα­γω­νι­στεί η σπου­δαί­α Αγ­γλί­δα η­θο­ποι­ός Julia Blake, η στα­δι­ο­δρο­μί­α της ο­ποί­ας δια­ρκεί πά­νω α­πό α­πό 50 χρό­νια και έ­χει κερ­δί­σει πολ­λά βρα­βεί­α, με­τα­ξύ των ο­ποί­ων δύ­ο βρα­βεί­α Australian Film Institute. Μα­ζί και ο Λι­βα­νέ­ζι­κης κα­τα­γω­γής τα­λαν­τού­χος Firass Dirani.
 
Βρείτε το και δείτε το!

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Το με­ρί­διο των Αγ­γέ­λων...


 

Με την ται­νί­α The AngelsShare, ο με­γά­λος σκη­νο­θέ­της Ken Loach, ξε­δι­πλώ­νει τη δε­ξι­ο­τε­χνί­α του, επιλέγοντας αυτή την φορά τον δρόμο του χιούμορ για να μιλήσει και πάλι για σοβαρά θέματα. Η ταινία κέρδισε  το βρα­βεί­ο Ε­πι­τρο­πής στο φε­στι­βάλ των Καν­νών το 2012 καθώς και άλλα 3 βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ.

Τα δι­κα­στή­ρια της Γλα­σκώ­βης ε­πι­βάλ­λουν συ­χνά την ποι­νή της κοι­νω­φε­λούς ερ­γα­σί­ας σε πα­ρά­νο­μες πρά­ξεις, ό­πως η χρή­ση ναρ­κω­τι­κών, ο αλ­κο­ο­λι­σμός, οι μι­κρο­κλο­πές και η ά­σκη­ση βί­ας, Το η­θι­κό χρέ­ος στην κοι­νω­νί­α ξε­πλη­ρώ­νε­ται έ­τσι, αν­τα­πο­δο­τι­κά, με συμ­με­το­χή για ο­ρι­σμέ­νες ώ­ρες, σε ο­μά­δες συν­τή­ρη­σης ή κα­θα­ρι­σμού δη­μό­σι­ων χώ­ρων και κτι­ρί­ων.

Μέ­σα α­πό μια τέ­τοι­α ο­μά­δα θα προ­κύ­ψει η ά­τυ­πη πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νέ­ων, με κοι­νές προ­δι­α­γρα­φές την α­νερ­γί­α, τις κλει­στές πόρ­τες της ε­πα­νέν­τα­ξης στην κοι­νω­νί­α, την α­λη­τεί­α σαν πε­ρι­θω­ρια­κό τρό­πο ζω­ής και την αν­τί­θε­ση τους στον νό­μο και την ε­ξου­σί­α.

Το θέ­μα α­πο­κτά ι­δι­αί­τε­ρο εν­δι­α­φέ­ρον, αν λά­βου­με υ­π’ ό­ψη μας ό­τι ο Ken Loach, έ­χει έ­να πλού­σιο μέ­σα α­πό την τέ­χνη του, α­γω­νι­στι­κό ι­δε­ο­λο­γι­κό πα­ρελ­θόν, στα προ­βλή­μα­τα της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, στις α­νι­σό­τη­τες και τις συγ­κρού­σεις της βρε­τα­νι­κής κοι­νω­νί­ας, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα ο σε­να­ρι­ο­γρά­φος και α­κτι­βι­στής Paul Laverty, συ­νερ­γά­της του Loach σε πολ­λές κα­λές ται­νί­ες, εί­χε α­σκή­σει πα­λαι­ό­τε­ρα το ε­πάγ­γελ­μα του δι­κη­γό­ρου, σε υ­πο­θέ­σεις κα­τα­πά­τη­σης των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των στην Κεν­τρι­κή Α­με­ρι­κή.
 
Ο τί­τλος της ται­νί­ας ό­μως, υ­πό­σχε­ται κά­τι κα­λύ­τε­ρο, δι­α­φο­ρε­τι­κό, κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο πνευ­μα­τι­κό α­πό έ­να α­κό­μα ε­πα­να­στα­τι­κό μή­νυ­μα, μια συ­νη­θι­σμέ­νη κα­ταγ­γε­λί­α ή το α­πλό α­να­σκά­λε­μα του βρε­τα­νι­κού κοι­νω­νι­κού ι­ζή­μα­τος. Εί­ναι ό­μως τό­σο δι­α­κρι­τές οι δι­α­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές του νό­μι­μου και του η­θι­κού, α­πό το πα­ρα­βα­τι­κό και κα­τα­κρι­τέ­ο, ώ­στε να α­φή­νουν ελ­πί­δες για δι­εκ­δί­κη­ση των αγ­γέ­λων, κά­ποι­ου εί­δους με­ρι­δί­ου;

Μέ­σα α­πό τα αρ­χι­κά α­δι­έ­ξο­δα βί­ας στις φτω­χο­γει­το­νι­ές της Γλα­σκώ­βης, τη βα­ριά κα­τα­θλι­πτι­κή α­τμό­σφαι­ρα της βι­ο­μη­χα­νι­κής πό­λης, τον α­γώ­να για ε­πι­βί­ω­ση και μια θέ­ση συ­νύ­παρ­ξης στη στυ­φή και πι­κρή κοι­νω­νί­α της α­πόρ­ρι­ψης, έ­νας φί­λος των κα­τα­τρεγ­μέ­νων (ο ε­πι­στά­της της κοι­νω­φε­λούς ερ­γα­σί­ας) και έ­να νε­ο­γέν­νη­το α­γο­ρά­κι (ο γιος του πε­ρι­θω­ρια­κού Ρόμ­πι), θα με­τα­τρέ­ψουν τον συμ­βι­βα­σμό της πα­ρέ­ας με μια ζω­ή χω­ρίς ι­δα­νι­κά, α­ξί­ες και προ­ο­πτι­κές, σε μια χα­ρού­με­νη κι αι­σι­ό­δο­ξη πο­ρεί­α προς το μέλ­λον. 

Ο Ρόμ­πι, εί­ναι ο πρω­τα­γω­νι­στής της ται­νί­ας. Γνω­ρί­ζον­τας κα­λά ο Loach πως η ζω­ή στο πε­ρι­θώ­ριο συμ­βα­δί­ζει με τις κοι­νω­νι­κές αλ­λα­γές και ε­ξε­λί­ξεις, τον α­να­κά­λυ­ψε στις υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες συ­νοι­κί­ες της Γλα­σκώ­βης και πα­ράλ­λη­λα με τις χρή­σι­μες σκη­νο­θε­τι­κά πλη­ρο­φο­ρί­ες που άν­τλη­σε α­π’ αυ­τόν, του α­νέ­θε­σε τον κύ­ριο ρό­λο στην ται­νί­α, για να της προσ­δώ­σει, τη ρε­α­λι­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα ε­νός ντο­κι­μαν­τέρ.

Πραγ­μα­τι­κά, η ερ­μη­νεί­α του Ρόμ­πι (Paul Brannigan) στον ι­δι­αί­τε­ρο ρό­λο του, έ­χει την ί­δια αυ­θεν­τι­κό­τη­τα με τις ου­λές α­πό μα­χαί­ρι στο πρό­σω­πο του, που πι­στο­ποι­ούν α­νά­γλυ­φα τη γνη­σι­ό­τη­τα των εμ­πει­ρι­ών του και α­πο­τε­λούν ί­σως εγ­γύ­η­ση της α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τας του να τη­ρή­σει τις υ­πο­σχέ­σεις του, αλ­λά και να στα­θεί αν­τά­ξιος της εμ­πι­στο­σύ­νης του σκη­νο­θέ­τη του.

Ω­στό­σο, τί­πο­τα δεν εί­ναι εύ­κο­λο για τους στιγ­μα­τι­σμέ­νους στην κοι­νω­νί­α. Και ι­δι­αί­τε­ρα το να ξε­φύ­γουν α­πό τον τρό­πο ζω­ής που τε­λι­κά οι ί­διοι έ­χουν α­πο­δε­χτεί. «Δεν υ­πάρ­χει για σέ­να μέλ­λον σ’ αυ­τόν τον τό­πο» του λέ­ει ο πε­θε­ρός του, που προ­σπα­θεί να τον α­πο­μα­κρύ­νει α­πό την κό­ρη του, «ό­ταν μπλέ­κεις με τέ­τοι­α, δεν ξεμ­πλέ­κεις».

Σε ό­λους τους κα­νό­νες ό­μως υ­πάρ­χουν ε­ξαι­ρέ­σεις. Μό­νο, που κά­ποι­ος θα πρέ­πει να α­νοί­ξει την πόρ­τα μιας δεύ­τε­ρης ευ­και­ρί­ας. Αυ­τός στην ι­στο­ρί­α μας, θα εί­ναι ο ε­πι­στά­της ερ­γα­σί­ας, ο Χά­ρι (John Henshaw), που ο­δη­γεί την πα­ρέ­α των φί­λων μας να δουν α­πό κον­τά έ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο ζω­ής, με μια ε­πί­σκε­ψη σε α­πο­στα­κτή­ριο ου­ί­σκι.
Εί­ναι ο άν­θρω­πος κλει­δί (και υ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι για κά­θε κλει­δω­μέ­νη πόρ­τα), που πρό­θυ­μα προ­τεί­νει την έ­ξο­δο σε κά­θε εν­δι­α­φε­ρό­με­νο. Αλ­λά πραγ­μα­τι­κά εί­ναι λί­γοι οι ε­θι­σμέ­νοι στην α­δρά­νεια ή στην αν­τί­δρα­ση, που μέ­σα α­πό τη σκλη­ρή κα­θη­με­ρι­νή αλ­λο­τρί­ω­ση του προ­σώ­που τους, δι­α­τη­ρούν την ι­κα­νό­τη­τα μιας σω­στής ε­πι­λο­γής και το σθέ­νος να α­νοί­ξουν την πόρ­τα της αλ­λα­γής στη ζω­ή τους.
Ο Ρόμ­πι εί­ναι έ­νας απ αυ­τούς. Το νε­ο­γέν­νη­το μω­ρό που κρά­τη­σε στην αγ­κα­λιά του, ξύ­πνη­σε την ναρ­κω­μέ­νη υ­πευ­θυ­νό­τη­τα του. Την α­νάγ­κη του να α­γω­νι­στεί, ό­χι πια α­πό ε­γω­ι­σμό ή αν­τί­δρα­ση, αλ­λά α­πό α­γά­πη, για να ε­ξα­σφα­λί­σει στον γιο του μια κα­λύ­τε­ρη ζω­ή. Τέ­τοι­ες α­πο­φά­σεις σαν προ­ϊ­όν­τα σκέ­ψης και λο­γι­κής στάθ­μι­σης, πο­τέ δεν ε­ξε­λίσ­σον­ται σε πρά­ξεις. Πρέ­πει να έ­χουν τη δύ­να­μη του αυ­θορ­μη­τι­σμού και την ορ­μή του πη­γαί­ου συ­ναι­σθή­μα­τος.
 

 Το α­πο­στα­κτή­ριο εί­ναι έ­νας και­νούρ­γιος κό­σμος για κεί­νον. Εί­ναι μια μη­χα­νι­κή ζων­τα­νή ύ­παρ­ξη. Έ­να πρό­τυ­πο. Που λει­τουρ­γεί με προ­γραμ­μα­τι­σμό, με ρυθ­μό, με τά­ξη, με σκο­πό και με α­πο­τέ­λε­σμα. Που ση­μα­το­δο­τεί τη λα­χτά­ρα του να γυ­ρί­σει σε­λί­δα. Εκ­στα­τι­κός δέ­χε­ται κά­θε νέ­α πλη­ρο­φο­ρί­α, σαν πο­λύ­τι­μο υ­λι­κό στο χτί­σι­μο των προσ­δο­κι­ών του. 
– Κά­θε αλ­λα­γή σε κά­ποι­α μπρού­τζι­νη γω­νί­α, έ­να α­πλό βα­θού­λω­μα, θα αλ­λοί­ω­νε τη γεύ­ση στο ου­ί­σκυ..
– Το ξύ­λο δί­νει γεύ­ση και χρω­μα­τί­ζει το οι­νό­πνευ­μα..

– Τα βα­ρέ­λια πραγ­μα­τι­κά α­να­πνέ­ουν ..
– Κά­θε χρό­νο χά­νε­ται το 2% του οι­νο­πνεύ­μα­τος, ε­ξα­τμί­ζε­ται και ε­ξα­φα­νί­ζε­ται στον α­έ­ρα, φεύ­γει για πάν­τα, αυ­τό εί­ναι «το με­ρί­διο των αγ­γέ­λων»..

- Έ­χου­με τό­σο ευ­αί­σθη­τη ό­σφρη­ση, που μπο­ρού­με να α­νι­χνεύ­σου­με α­ρώ­μα­τα που έ­χουν α­ραι­ω­θεί στο έ­να ε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στό του αρ­χι­κού..
– Η πιο πρω­τό­γο­νη αί­σθη­ση μας – η γεύ­ση, ε­κρή­γνυ­ται α­πό τη σκο­τει­νή βλά­στη­ση του χρό­νου που περ­νά..

Λέ­ξεις και έν­νοι­ες που δεν εί­χε ξα­να­κού­σει, αν­τα­πο­κρί­νον­ται στην ε­σω­τε­ρι­κή του α­νάγ­κη για α­να­νέ­ω­ση, δι­ευ­ρύ­νουν τις α­πο­στά­σεις α­πό τις κα­τα­στρο­φι­κές του εμ­μο­νές. Το νέ­ο του κα­θα­ρό­τε­ρο πρό­σω­πο, δι­α­μορ­φώ­νε­ται α­πό στοι­χεί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τάλ­λη­λα και ι­κα­νά να στη­ρί­ξουν τις α­πο­φά­σεις του.

Το πλε­ο­νέ­κτη­μα της κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής τέ­χνης α­πέ­ναν­τι στην πραγ­μα­τι­κή ζω­ή και η γο­η­τεί­α της ταυ­τό­χρο­να, εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα της να συν­θέ­τει την κεν­τρι­κή ι­δέ­α του σε­να­ρί­ου, ε­στι­ά­ζον­τας στα ου­σι­ώ­δη και ση­μαν­τι­κά για τον σκο­πό αυ­τόν ση­μεί­α, α­γνο­ών­τας ό­λες τις α­νια­ρές, κου­ρα­στι­κές, αλ­λά και αρ­νη­τι­κές λε­πτο­μέ­ρει­ες της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.

Αυ­τή εί­ναι ό­μως και η ι­κα­νό­τη­τα που α­να­πτύσ­σει, ό­ποι­ος πι­στεύ­ει σε έ­ναν σκο­πό. Παύ­ουν τα α­δι­ά­φο­ρα ε­ρε­θί­σμα­τα και οι πα­λι­ές πε­ριτ­τές συ­νή­θει­ες να τον ε­πη­ρε­ά­ζουν στις ση­με­ρι­νές του ε­νέρ­γει­ες. Για να ε­πι­τευ­χθεί ο στό­χος της αλ­λα­γής, πρέ­πει να μπουν νέ­ες βά­σεις, να τε­θούν στη ζω­ή συγ­κε­κρι­μέ­νες αρ­χές, να ι­ε­ραρ­χη­θούν οι α­ξί­ες.

Η δι­α­δι­κα­σί­α της ζυ­μώ­σε­ως έ­χει τις α­παι­τή­σεις και τις προ­δι­α­γρα­φές της.

Στην ψυ­χή του Ρόμ­πι έ­χει πραγ­μα­το­ποι­η­θεί ή­δη η α­πα­ραί­τη­τη προ­ε­τοι­μα­σί­α. Η δι­α­πί­στω­ση πως δι­α­θέ­τει μια χα­ρι­σμα­τι­κή ό­σφρη­ση που του ε­πι­τρέ­πει να δι­α­κρί­νει την υ­φή και τα α­ρώ­μα­τα του ου­ί­σκι, η γνω­ρι­μί­α του με τον ει­δι­κό γευ­σι­γνώ­στη στο ου­ί­σκι (που υ­πο­δύ­ε­ται ο ε­παγ­γελ­μα­τί­ας γευ­σι­γνώ­στης Charlie Maclean), η πα­ρου­σί­α και  η στή­ρι­ξη που του πα­ρέ­χει ο Χά­ρι, του θω­ρα­κί­ζουν την αυ­το­πε­ποί­θη­ση.

Το ε­πό­με­νο βή­μα της α­πο­κα­τά­στα­σης του Ρόμ­πι, θα υ­λο­ποι­η­θεί στη συ­νάν­τη­ση του με έ­να σπά­νιο και πα­νά­κρι­βο βα­ρε­λά­κι ου­ί­σκι, που βγαί­νει σε πλει­στη­ρια­σμό.
Πρό­κει­ται για το θρυ­λι­κό Malt Mill που πα­ρα­σκευ­α­ζό­ταν με­τα­ξύ 1908 και 1962, σε έ­να πο­το­ποι­εί­ο στο νη­σί Ά­ι­λα της Σκω­τί­ας. Δυ­ο μπου­κά­λια α­πό το πο­λύ­τι­μο ου­ί­σκι του βα­ρε­λιού, δεν θα λεί­ψουν α­πό κα­νέ­ναν.

Ο Ρόμ­πι, με τη βο­ή­θεια της πα­ρέ­ας του που ε­πη­ρε­ά­ζε­ται α­πό τις εμ­πνεύ­σεις του και τον εμ­πι­στεύ­ε­ται, κα­τορ­θώ­νει να α­πο­κτή­σει αυ­τά τα δυ­ο μπου­κά­λια. Ε­νερ­γούν κρυ­φά, αλ­λά συν­το­νι­σμέ­να, α­πο­λαμ­βά­νον­τας την ο­μα­δι­κό­τη­τα του εγ­χει­ρή­μα­τος τους. Οι φί­λοι υ­πο­στη­ρί­ζουν το ό­ρα­μα του Ρόμ­πι, που χω­ρίς να ε­πι­δι­ώ­ξει κά­ποι­ο εί­δος αρ­χη­γί­ας, τους κα­τευ­θύ­νει α­πο­φα­σι­στι­κά. 

Πί­σω α­π’ ό­λα, το ευ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νο αι­σθη­τή­ριο του Loach κα­λύ­πτει το τρα­γι­κό ύ­φος της α­νερ­μά­τι­στης ζω­ής και την α­νε­με­λιά της α­νευ­θυ­νό­τη­τας, με τη δι­ά­θε­ση συμ­με­το­χής και συ­νερ­γα­σί­ας και ε­κτο­νώ­νει με χι­ού­μορ τις αν­τι­ξο­ό­τη­τες. Ζω­τι­κά στοι­χεί­α, α­νά­με­σα στα ο­ποί­α ε­λίσ­σε­ται με σι­γου­ριά ο Ρόμ­πι, α­πο­βλέ­πον­τας στο μέλ­λον, κα­τα­νο­ών­τας το πα­ρόν και πα­ρα­κάμ­πτον­τας το πα­ρελ­θόν. 

Πολ­λές φο­ρές φυ­σι­κά, οι στό­χοι μας εί­ναι α­σα­φείς και η α­στάθ­μη­τη πλε­ο­νε­ξί­α, μας πα­ρα­σύ­ρει σε ε­πι­δι­ώ­ξεις που ξε­περ­νούν τα ό­ρια των α­ναγ­κών και της με­γα­λο­ψυ­χί­ας μας. Ό­μως το με­ρί­διο των αγ­γέ­λων που τους α­να­λο­γεί στο βα­ρε­λά­κι αυ­τό και που το πα­ρα­χω­ρούν στον Ρόμ­πι, εί­ναι δυ­ο μπου­κά­λια, ό­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Το έ­να θα εί­ναι αρ­κε­τό να υ­πο­στη­ρί­ξει με την α­ξί­α του την αλ­λα­γή του τρό­που ζω­ής ό­λων τους και το άλ­λο, να ε­πι­βε­βαι­ώ­σει τη ε­σω­τε­ρι­κή αλ­λα­γή του Ρόμ­πι. 

Πραγ­μα­τι­κά, ο βί­αι­ος Ρόμ­πι έ­χει με­τα­τρα­πεί σε δι­αλ­λα­κτι­κό και ή­πιο, δεν ορ­γί­ζε­ται ό­πως πα­λιά, μοι­ρά­ζε­ται σε ί­σα μέ­ρη με τους συν­τρό­φους του το ου­ρα­νό­σταλ­το αυ­τό δώ­ρο, ε­ξα­σφα­λί­ζει σε ό­λους την προ­ο­πτι­κή τί­μιας ερ­γα­σί­ας και α­πο­δί­δει στον με­γά­λο του φί­λο τον Χά­ρι, που μπο­ρεί να ε­κτι­μή­σει έ­να «κα­λό» ου­ί­σκι, την ο­φει­λό­με­νη ευ­χα­ρι­στί­α, με την προ­σφο­ρά του ε­νός μπου­κα­λιού.

Πα­ρ’ ό­τι ο φα­κός κι­νεί­ται σε χώ­ρους συγ­κε­κρι­μέ­νης νο­ο­τρο­πί­ας, ό­που η αί­σθη­ση του Θε­ού δεν κοι­νο­ποι­εί­ται, ού­τε καν υ­πο­νο­εί­ται, η θε­ϊ­κή πα­ρου­σί­α γί­νε­ται α­πτή στη στορ­γι­κή της συ­νέρ­γεια, σε κά­θε εκ­δή­λω­ση α­γα­θής προ­αί­ρε­σης. 

Η ι­σο­τι­μί­α, η με­τρι­ο­πά­θεια, η αί­σθη­ση δι­και­ο­σύ­νης και ευ­γνω­μο­σύ­νης, η υ­πέρ­βα­ση του ε­αυ­τού του Ρόμ­πι, πι­στο­ποι­ούν τη βα­θιά αλ­λα­γή που ε­πι­τε­λέ­στη­κε στην ψυ­χή του και προ­δι­α­γρά­φει έ­να δη­μι­ουρ­γι­κό μέλ­λον για τον γιο του και μια ευ­τυ­χέ­στε­ρη ζω­ή για τον ί­διο και τη γυ­ναί­κα του.

Ο Loach, ο Laverty, ο Χά­ρι, ο Ρόμ­πι, φαί­νε­ται να αν­τι­λή­φθη­καν αυ­τό που και ο κα­θέ­νας μας μπο­ρεί να δι­α­πι­στώ­σει, ό­ταν με ο­δη­γό την α­γά­πη, ε­πι­δι­ώ­κει έ­ναν α­να­τρε­πτι­κό στό­χο. Πως η α­λη­θι­νή ε­πα­νά­στα­ση ξε­κι­νά α­πό τη δι­κή μας αλ­λα­γή. Τό­τε εί­ναι βε­βαί­α και η έκ­βα­ση του α­γώ­να.

Ό­ταν υ­πάρ­χει κα­λή δι­ά­θε­ση και πί­στη στην ε­πι­τυ­χί­α και οι Ου­ρα­νοί συ­ναι­νούν.


Μ. Ψ.