Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

SILVER LININGS PLAYBOOK (2012)





Σκη­νο­θε­σί­α Ντέ­ι­βιντ Ο. Ρά­σελ, με τους: Μπράν­τλε­ϊ Κού­περ, Τζέ­νι­φερ Λό­ρενς, (Ό­σκαρ Α΄Γυ­ναι­κεί­ου ρό­λου 2013, Χρυ­σή σφαί­ρα 2013), Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο, Τζά­κι Γου­ί­βερ. Ο α­νε­ξάρ­τη­τος Α­με­ρι­κά­νι­κος κι­νη­μα­το­γρά­φος στις κα­λές στιγ­μές του. (51 βρα­βεί­α) 

Ύ­στε­ρα α­πό ο­κτώ μή­νες στο ψυ­χι­α­τρεί­ο, ο Πατ ο ο­ποί­ος έ­χει δι­πολι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη), ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι των γο­νι­ών του και προ­σπα­θεί  να προ­σαρ­μο­στεί στην και­νούρ­για του ζω­ή και να έρ­θει σε ε­πα­φή με την πρώ­ην γυ­ναί­κα του, την ο­ποί­α δεν μπο­ρεί – βά­σει δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης – να πλη­σιά­σει. Ο πα­τέ­ρας του (Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο σε ε­ξαι­ρε­τι­κά κέ­φια), ζει την δι­κή του "πα­ρά­νοι­α", α­φού εί­ναι βυ­θι­σμέ­νος στον κό­σμο τού πο­δο­σφαι­ρι­κού τζό­γου και της δει­δαι­μο­νί­ας. Η γνω­ρι­μί­α τού Πατ με την ε­πί­σης ψυχικά προ­βλη­μα­τι­κή Τί­φα­νι, θα πε­ρι­πλέ­ξει α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τα πράγ­μα­τα.

Μια χα­ρι­τω­μέ­νη μα­τιά στον κό­σμο της ψυ­χι­κής νό­σου. Ποι­ός ά­ρα­γε εί­ναι υ­γι­ής και ποι­ός ό­χι; Α­κο­λου­θών­τας ο σκη­νο­θέ­της τον κλασ­σι­κό τρό­πο α­φή­γη­σης της Α­με­ρι­κά­νι­κης κο­μεν­τί, μι­λά με α­στεί­ο τρό­πο για πο­λύ σο­βα­ρά πράγ­μα­τα. Ποι­ός τε­λι­κά εί­ναι «υ­γι­ής»και ποι­ός άρ­ρω­στος; Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι η α­γά­πη που θα στη­ρί­ξει τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων.

 * * *

Η ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια α­νέ­κα­θεν τρό­μα­ζε τον άν­θρω­πο. Οι ψυ­χι­κά ασθενείς λόγῳ της φύσης της πάθησής τους, που συ­νή­θως ο­δη­γεί σε αν­τι­κοι­νω­νι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές, παλαιότερα δε­χόν­του­σαν συ­χνά τον κοι­νω­νι­κό α­πο­κλει­σμό, στιγ­μα­τί­ζον­ταν, πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­ούν­ταν. Δεν ή­ταν λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις ό­που μην γνω­ρί­ζον­τας τις αι­τί­ες της α­σθέ­νειας, η κοι­νω­νί­α θε­ω­ρού­σε τους α­σθε­νείς α­μαρ­τω­λούς και την α­ρρώστια τι­μω­ρί­α α­πό τον Θε­ό.

 Στήν σύγ­χρο­νη και α­πρό­σω­πη ε­πο­χή μας, τα πράγ­μα­τα έ­χουν βελ­τι­ω­θεί αι­σθη­τά κα­θώς σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, με κα­τάλ­λη­λη φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και ψυ­χο­λο­γι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη οι α­σθε­νείς εν­τάσ­σον­ται στην κοι­νω­νί­α και μπο­ρούν να εί­ναι λει­τουρ­γι­κοί. Ω­στό­σο, η έλ­λει­ψη φρον­τί­δας, η α­νυ­παρ­ξί­α ου­σι­α­στι­κών προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων και η σκλη­ρό­τη­τα των συ­ναν­θρώ­πων εί­ναι α­πό τα κυ­ρι­ό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πί­ζουν οι πά­σχον­τες.
Οι πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας α­νέ­κα­θεν συ­νέ­δε­αν την α­μαρ­τί­α με την ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Ό­χι ό­μως σε μί­α βά­ση κο­σμι­κή που λέ­ει ό­τι πά­σχει ψυ­χι­κά κά­ποι­ος ε­πει­δή εί­ναι α­μαρ­τω­λός. Η ορ­θή πνευ­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση διαχωρίζει τους εκ γενετής πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα σε σχέση με εκείνους που η ασθένειά τους είναι επίκτητη.

Για την πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α αν­θρώ­πων, ό­πως εί­ναι και ο πά­σχων α­πό δι­πο­λι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη) πρω­τα­γω­νι­στής τής ται­νί­ας μας, δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­δώ­σει ευ­θύ­νες στους ί­διους τους α­σθε­νείς. Εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη η φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και βέ­βαι­α, αυ­τό που χρει­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι συμ­πα­ρά­στα­ση και α­γά­πη. 

Για την δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α, η ο­ποί­α εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη πλη­θυ­σμια­κά και α­φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο τον μέ­σο άν­θρω­πο (η κα­τά­θλι­ψη λέ­γε­ται ό­τι μέ­χρι το 2020 θα εί­ναι η δεύ­τε­ρη με­γα­λύ­τε­ρη α­σθέ­νεια παγ­κο­σμί­ως κα­θώς αγ­γί­ζει το 20% του πλη­θυ­σμού), δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς ό­τι η α­μαρ­τί­α μπο­ρεί όν­τως να ο­δη­γή­σει στην ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Τα πα­τε­ρι­κά κεί­με­να με τον τρό­πο τους πα­ρα­κι­νούν τους πι­στούς να νι­κή­σουν την α­μαρ­τί­α,  ε­στι­ά­ζον­τας στον δια­ρκή α­γώ­να ε­νάν­τια στην υ­πε­ρη­φά­νεια, στην κε­νο­δο­ξί­α και στην φι­λαυ­τί­α και έ­χουν ως κέν­τρο έ­να νό­η­μα ζω­ής που υ­περ­βαί­νει τον α­το­μο­κεν­τρι­κό άν­θρω­πο και συγ­κε­φα­λαι­ώ­νε­ται στον λό­γο του Χρι­στού "α­γά­πα τον πλη­σί­ον ως ε­αυ­τόν".

 Έ­τσι, οι δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι αυ­τής της ται­νί­ας, μάς α­φο­ρούν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θώς συ­νή­θως νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε σώ­οι, αλ­λά έ­χου­με ε­πι­τρέ­ψει στην α­μαρ­τί­α να κυ­ρι­αρ­χή­σει στην ζω­ή μας, και ζού­με μέ­σα στα πά­θη. 

Βλέ­που­με τον πα­τέ­ρα του Πάτ να ζει για τον τζό­γο, βυ­θι­σμέ­νος στην δει­δαι­μο­νί­α και στην μο­νο­μα­νή ε­να­σχό­λη­ση με το πο­δό­σφαι­ρο. Το ί­διο βλέ­που­με και στους άλ­λους χα­ρα­κτή­ρες. Η μη­τέ­ρα ζει την μι­ζέ­ρια της γει­το­νιάς, ο α­δελ­φός μοιράζεται το πάθος τού πατέρα και ζει πνιγμένος στην υπερηφάνεια και την σκληροκαρδία, ο φί­λος έ­χει θυ­σιά­σει την ζω­ή του στο κυ­νή­γι του χρή­μα­τος για να ι­κα­νο­ποι­ή­σει την υ­λι­κή ευ­η­με­ρί­α, χά­νον­τας την ψυ­χή και τον γά­μο του. Οι άν­θρω­ποι χανό­μα­στε συ­χνά σε μιά κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα στην ο­ποί­α εγ­κλω­βι­ζό­μα­στε, ε­άν δεν κυ­ρια­ρχεί στην ζω­ή μας η ευ­χα­ρι­στί­α και η χα­ρά της ση­με­ρι­νής η­μέ­ρας.

Η ται­νί­α θί­γει θέ­μα­τα που μας α­φο­ρούν ό­λους. Δεν μας οδηγεί στο να λυ­πη­θού­με τους οργανικά ψυ­χι­κά α­σθε­νείς, που ού­τως ή άλ­λως χρει­ά­ζον­ται την α­γά­πη μας, αλ­λά αντίθετα στο να δούμε την ομορφιά που μπορεί να κρύβεται πίσω από την πάθηση. Ταυτόχρονα, μας καλεί να α­να­λο­γι­στού­με πού μπο­ρεί να ο­δη­γη­θού­με ε­άν α­φε­θού­με στην ρου­τί­να και τα υ­λι­κά του βί­ου και δεν καλ­λι­ερ­γού­με την προ­αί­ρε­σή μας στα ου­σι­ὠ­δη  της ζωής, στο «ε­νός ε­στί χρεί­α».


Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Πί­σω α­πό τους λό­φους - εκτενής φιλμοκριτική...



Πί­σω α­πό τους λό­φους 
Dupa delauri – Ρου­μα­νί­α – 2012

από τόν αδελφό μας Μ.Ψ.,  ψυχίατρο

Το 2005, μια κο­πέ­λα πέ­θα­νε σε κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι της Μολ­δα­βί­ας, ό­που ε­πί μέ­ρες πα­ρέ­μει­νε δε­μέ­νη και νη­στι­κή, ώ­στε ο ι­ε­ρέ­ας να της δι­α­βά­ζει τις ευ­χές των ε­ξορ­κι­σμών. Το γε­γο­νός αυ­τό κα­τέ­γρα­ψε η Tatiana Niculescu Bran και με­τέ­φε­ρε στην ο­θό­νη ο γνω­στός σκη­νο­θέ­της Cristian Mungiu. Το σε­νά­ριο α­πό τον σκη­νο­θέ­τη, σε συ­νερ­γα­σί­α με την συγ­γρα­φέ­α και οι δυ­ο συμ­πρω­τα­γω­νί­στρι­ες, βρα­βεύ­θη­καν στο Φε­στι­βάλ των Κα­νών 2012.

Τα κεν­τρι­κά πρό­σω­πα εί­ναι δυ­ο κο­ρί­τσια που με­γά­λω­σαν μα­ζί σε ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο, συν­δέ­θη­καν με στε­νή και ει­λι­κρι­νή φι­λί­α και α­κο­λού­θη­σαν στη συ­νέ­χεια δι­α­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους. Η Βο­ϊ­κί­τσα (Cosmina Stratan) εν­τά­χθη­κε στο Μο­να­στή­ρι της πε­ρι­ο­χής σαν δό­κι­μη μο­να­χή. Η Α­λί­να (Cristina Flutur), α­φού πα­ρέ­μει­νε έ­να δι­ά­στη­μα σε α­νά­δο­χη οι­κο­γέ­νεια, πή­γε να ερ­γα­στεί στη Γερ­μα­νί­α. Η προ­σπά­θεια τους να ξα­να­βρε­θούν μα­ζί, θα α­πο­βεί α­πρό­σμε­να μοι­ραί­α και για τις δυ­ο.

Σε μια ται­νί­α που σε ό­λη την ε­ξέ­λι­ξη της, ο χα­μη­λός φω­τι­σμός, οι α­πλοί ή­χοι και τα ε­σω­τε­ρι­κά πλά­να, ε­πι­τεί­νουν και πλαι­σι­ώ­νουν τις αν­τι­θέ­σεις, τις συγ­κρού­σεις και τους συμ­βο­λι­σμούς, ο σκη­νο­θέ­της κά­νει φα­νε­ρή α­π’ την αρ­χή την πρό­θε­ση του, να προσ­δώ­σει στην ται­νί­α τον αυ­στη­ρά ρε­α­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, που αρ­μό­ζει στο θέ­μα της.

Η Α­λί­να φθά­νει με το τραί­νο α­πό τη Γερ­μα­νί­α, με σκο­πό να πά­ρει μα­ζί της τη φί­λη της, για να δου­λέ­ψουν και να ζή­σουν ε­κεί. Η Βο­ϊ­κί­τσα πη­γαί­νον­τας να τη συ­ναν­τή­σει στον σταθ­μό, προ­χω­ρά αν­τί­θε­τα στο ρεύ­μα ό­λων των ε­πι­βα­τών που κα­τευ­θύ­νον­ται προς την έ­ξο­δο. Ό­λοι πη­γαί­νουν στις δου­λει­ές τους, αν­τι­με­τω­πί­ζουν το μέλ­λον τους. Ε­κεί­νη, ε­πι­στρέ­φει στο πα­ρελ­θόν, να συ­ναν­τή­σει στο πρό­σω­πο της Α­λί­να την παι­δι­κή τους α­να­σφά­λεια.

Θα μπο­ρέ­σει να ξα­να­ζων­τα­νέ­ψει το πα­ρελ­θόν, στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες; Ο προ­βλη­μα­τι­σμός και η αμ­φι­θυ­μί­α της θα την α­κο­λου­θή­σουν ως το τέ­λος. Η πο­ρεί­α της στον σταθ­μό προς την Α­λί­να, εί­ναι η ει­κό­να του ε­σω­τε­ρι­κού της κό­σμου. Το συ­ναί­σθη­μα της, σε αν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση α­πό τη λο­γι­κή της.

Η Α­λί­να την αγ­κα­λιά­ζει με τη λα­χτά­ρα του παι­διού που ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι του, με την ελ­πί­δα πως α­πό δω και πέ­ρα δεν θα εί­ναι μό­νη στη ζω­ή της. Η ζε­στα­σιά της φι­λί­ας τους της θερ­μαί­νει την καρ­διά, ό­μως η μο­να­ξιά της Γερ­μα­νί­ας εί­ναι βι­ο­λο­γι­κά γραμ­μέ­νη στο μυα­λό της. Στην κοι­νο­βια­κή ζω­ή του μο­να­στη­ριού, η Βο­ϊ­κί­τσα, ξε­πέ­ρα­σε σ’ έ­ναν βαθ­μό τις ψυ­χο­λο­γι­κές της α­νάγ­κες και ι­σορ­ρό­πη­σε. Η Α­λί­να πα­ρέ­μει­νε στην ι­δρυ­μα­τι­κή α­νω­ρι­μό­τη­τα του ορ­φα­νο­τρο­φεί­ου. 

Το πε­ρι­βάλ­λον δι­α­μορ­φώ­νει ά­με­σα την ψυ­χο­λο­γί­α μας. Ι­δι­αί­τε­ρα, ό­ταν δεν έ­χου­με θέ­σει στα­θε­ρούς στό­χους στη ζω­ή μας, ό­σο α­πλοί και να ‘ναι, βα­σι­σμέ­νους σε συγ­κε­κρι­μέ­νες α­ξί­ες, ό­σο α­πλο­ϊ­κές και αν φαί­νον­ται. Ό­σο πα­ρα­μέ­νει α­δι­α­μόρ­φω­τος έ­νας τέ­τοι­ος ά­ξο­νας στην προ­σω­πι­κό­τη­τα μας, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βρι­σκό­μα­στε ε­κτε­θει­μέ­νοι στις ε­ξω­τε­ρι­κές ε­πιρ­ρο­ές.

Σύν­το­μα η Α­λί­να αρ­χί­ζει να αν­τι­λαμ­βά­νε­ται, πως τα πράγ­μα­τα δεν εί­ναι α­κρι­βώς ό­πως τα εί­χε φαν­τα­στεί, ό­τι η φί­λη της α­νή­κει πια κά­που αλ­λού, νοι­ά­ζε­ται και ερ­γά­ζε­ται για άλ­λους, έ­χει άλ­λες προ­τε­ραι­ό­τη­τες κι α­να­βι­ώ­νει τό­τε την παι­δι­κή της εγ­κα­τά­λει­ψη. Δεν στρέ­φε­ται ε­ναν­τί­ον της φί­λης της, που εί­ναι το μό­νο πρό­σω­πο που α­γά­πη­σε και α­γα­πά, αλ­λά ε­ναν­τί­ον ό­σων την πε­ρι­βάλ­λουν, δι­εκ­δι­κούν την α­γά­πη της και α­πο­σπούν το εν­δι­α­φέ­ρον της α­πό κεί­νη.

Ό­ταν οι α­νε­ξέ­λεγ­κτες α­πό τη λο­γι­κή συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­νάγ­κες, δεν βρί­σκουν την αν­τα­πό­κρι­ση που α­παι­τούν, εί­ναι α­να­πό­φευ­κτα τα βι­ώ­μα­τα της πη­γαί­ας στέ­ρη­σης, της μα­ταί­ω­σης των προσ­δο­κι­ών και της α­πώ­λειας προ­σα­να­το­λι­σμού. Και ό­ταν το πε­ρι­βάλ­λον ά­καμ­πτο, προ­σπα­θεί να ε­πι­βάλ­λει τρό­πους συμ­πε­ρι­φο­ράς, αν δεν έ­χου­με την ι­κα­νό­τη­τα μιας ο­μα­λής προ­σαρ­μο­γής, θα νοι­ώ­σου­με έν­το­να την αί­σθη­ση της α­πόρ­ρι­ψης, της α­πο­ξέ­νω­σης και του ε­ξα­ναγ­κα­σμού.

Η ε­ξο­μο­λό­γη­ση δεν φέρ­νει τη γα­λή­νη στην ψυ­χή, αν δεν α­πο­τε­λεί την έκ­φρα­ση βα­θιάς με­τά­νοι­ας. Ό­μως πί­σω α­πό την κά­θε πρά­ξη κρύ­βε­ται κι έ­να κί­νη­τρο, κά­θε συμ­πε­ρι­φο­ρά έ­χει την ε­ξή­γη­ση της, α­κό­μα και κά­ποι­ες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές ε­κρή­ξεις, έ­χουν την αι­τί­α και τη σκο­πι­μό­τη­τα τους. Τα βι­α­στι­κά συμ­πε­ρά­σμα­τα για τους άλ­λους, εί­ναι συ­νή­θως λαν­θα­σμέ­να και η α­δι­α­φο­ρί­α κα­τα­νό­η­σης των προ­βλη­μά­των τους, εί­ναι έ­νας βάλ­τος που κα­τα­πί­νει την ευ­αι­σθη­σί­α.

Η Α­λί­να εί­ναι το α­νέν­τα­χτο και ευ­ά­λω­το μέ­λος της μι­κρής κοι­νω­νί­ας του Μο­να­στη­ριού. Ό­λα γύ­ρω της εί­ναι ξέ­να και α­πει­λη­τι­κά. Το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό της κε­νό εκ­δη­λώ­νε­ται στη συμ­πε­ρι­φο­ρά της. Η «πρω­το­γε­νής κραυ­γή» που δεν α­κού­γε­ται, η φόρ­τι­ση της α­να­σφά­λειας που δεν εκ­φρά­ζε­ται, γί­νον­ται αν­τί­δρα­ση «α­ναί­τια» ε­πι­θε­τι­κή και πα­ρά­λο­γη συμ­πε­ρι­φο­ρά.     
Η αν­τί­δρα­ση αυ­τή ω­στό­σο, θα ε­πι­φέ­ρει τη βί­α. Η αν­τι­με­τώ­πι­ση θα πρέ­πει να εί­ναι ά­με­ση και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και η κα­τα­στο­λή ε­πι­βε­βλη­μέ­νη.

Αν­τί για μη­τρι­κό χά­δι, πα­τρι­κή στή­ρι­ξη, φι­λι­κή αγ­κα­λιά, θα α­κι­νη­το­ποι­η­θεί με σχοι­νιά και α­λυ­σί­δες, ψυ­χο­φάρ­μα­κα και συγ­κα­τα­βα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση. Τι συμ­βαί­νει λοι­πόν; Τι εί­ναι πί­σω α­πό ό­λα αυ­τά; Η ψυ­χι­κή δι­α­τα­ρα­χή, η αρ­ρώ­στια, ο σα­τα­νάς;

Ί­σως και ό­λα μα­ζί. Και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­λα ο σα­τα­νάς, που σε έ­να πρό­σφο­ρο έ­δα­φος αν­τι­στρέ­φει θε­α­μα­τι­κά τα πάν­τα. Ο φτω­χός ι­ε­ρέ­ας θα με­τα­τρα­πεί ά­θε­λα του σε μά­γο και δή­μιο. Η δι­α­δι­κα­σί­α του ε­ξορ­κι­σμού θα ε­ξε­λι­χθεί σε καθ-ή­λω­ση βα­σα­νι­σμού, σε σταύ­ρω­ση. Ο χο­ρός των μο­να­χών, με κο­ρυ­φαί­α την κα­λο­κά­γα­θη Μη­τε­ρού­λα, θα α­πο­κτή­σει κί­νη­ση και ρυθ­μό αρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας, ε­νώ τις ι­κε­τή­ρι­ες προ­σευ­χές θα αν­τι­κα­τα­στή­σει η σπου­δή της ε­ξόν­τω­σης του σα­τα­νά στο σώ­μα της φτω­χής Α­λί­να. 

Η α­που­σί­α της αί­σθη­σης Θε­ού, εί­ναι μια δι­ά­χυ­τη αί­σθη­ση ψύ­χους. Η α­που­σί­α της α­γά­πης, θλι­βε­ρή μέ­χρι τέ­λους. Τα πάν­τα στε­ρη­μέ­να πνεύ­μα­τος, νο­ή­μα­τος και ψυ­χής. Η βί­α, η σταύ­ρω­ση, η στέ­ρη­ση φα­γη­τού και νε­ρού κι α­κό­μα το κρύ­ο, η ε­ξα­σθέ­νη­ση, η α­πό­γνω­ση και η τρέ­λα, σαν έ­σχα­τη δι­έ­ξο­δος α­πό τη δαι­μο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κό­σμου μας.

Το τε­λευ­ταί­ο –α­πρό­σφο­ρο- χα­μό­γε­λο πριν α­πό τη λύ­τρω­ση του θα­νά­του, ο τε­λευ­ταί­ος χαι­ρε­τι­σμός της Α­λί­να τη στιγ­μή που περ­νά τα σύ­νο­ρα, εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση του δρά­μα­τος, η δι­καί­ω­ση της έμ­πνευ­σης του σκη­νο­θέ­τη.   

Πέ­ρα ω­στό­σο α­πό τα προ­σω­πι­κά βι­ώ­μα­τα του κα­θε­νός, πέ­ρα α­πό τον θά­να­το που σαν έ­σχα­τη σφρα­γί­δα α­νοί­γει έ­να τε­ρά­στιο κε­νό στις συ­νει­δή­σεις ό­λων, η ζω­ή α­δυ­σώ­πη­τη συ­νε­χί­ζε­ται. 
Η Α­λί­να υ­πήρ­ξε το θύ­μα της α­νε­λέ­η­της αυ­τής θυ­σί­ας, η Βο­ϊ­κί­τσα πα­ρα­μέ­νει η τρα­γι­κή μορ­φή της ι­στο­ρί­α αυ­τής. Σαν έ­νο­χος, α­μέ­το­χος θε­α­τής, πα­ρα­κο­λού­θη­σε τη φί­λη της σε ό­λη την πο­ρεί­α του Γολ­γο­θά της. Ο μό­νος δι­κός της άν­θρω­πος, χά­θη­κε. Και μα­ζί της χά­θη­κε και η εμ­πι­στο­σύ­νη της, στην «οι­κο­γέ­νεια» του Μο­να­στη­ριού.  

Ποι­ος φταί­ει τε­λι­κά; Ο δύ­στυ­χος ι­ε­ρέ­ας, που πε­ρι­δε­ής κά­τω α­πό την πί­ε­ση των ε­ξε­λί­ξε­ων και του πε­ρι­βάλ­λον­τος του, ε­πι­χεί­ρη­σε να εκ­δι­ώ­ξει τον σα­τα­νά α­πό την δαι­μο­νι­σμέ­νη κο­πέ­λα ή η ε­πι­βαλ­λό­με­νη α­πό την κοι­νω­νι­κή κα­θο­δή­γη­ση α­θε­ΐ­α, που στέ­ρη­σε α­πό τον ι­ε­ρέ­α τη δυ­να­τό­τη­τα ου­σι­α­στι­κό­τε­ρης παι­δεί­ας, ό­πως και την ι­κα­νό­τη­τα ορ­θής ε­κτί­μη­σης των γε­γο­νό­των και της δι­κής του πνευ­μα­τι­κό­τη­τας;     

Η ε­ξου­σί­α που α­πο­γυ­μνώ­νει τα ο­ρά­μα­τα α­πό το νό­η­μα τους και α­φή­νει τις α­ξί­ες, ά­δει­ες λέ­ξεις, κε­νούς ή­χους εν­τυ­πώ­σε­ων, ο­δη­γεί τους α­πλούς αν­θρώ­πους στην η­μι­μά­θεια, στη δει­σι­δαι­μο­νί­α και στην τυ­πο­λα­τρεί­α κι αυ­τά, θα με­τα­τρα­πούν σε σω­μα­τι­κή βί­α, ψυ­χο­λο­γι­κό εκ­βια­σμό και έγ­κλη­μα.

Αυ­τή την κοι­νω­νί­α α­πο­τυ­πώ­νει στην ται­νί­α του ο Mungiu, αυ­τή τη ζο­φε­ρή ει­κό­να της πά­λης και των συμ­βι­βα­σμών για ε­πι­βί­ω­ση, σε μια ζω­ή κα­νό­νων και φό­βου, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κή α­νά­τα­ση, ό­ρα­μα, χα­ρά, προ­ο­πτι­κή και φως.

Και α­σφα­λώς σε μια κοι­νω­νί­α χω­ρίς Θε­ό, ευ­θύ­νε­ται το σύ­στη­μα για την ει­κό­να αυ­τή. Για­τί η κοι­νω­νί­α τό­τε, α­πο­τε­λεί­ται α­πό ά­το­μα, α­πό μο­νά­δες χει­ρα­γω­γού­με­νες και κα­τευ­θυ­νό­με­νες α­πό την ε­ξου­σί­α. Σε μια κοι­νω­νί­α ό­μως με αί­σθη­ση Θε­ού, η ευ­θύ­νη α­νή­κει στον κα­θέ­να. Για­τί α­πο­τε­λεί­ται α­πό πρό­σω­πα, α­πό μέ­λη ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γής.

Ο Χρι­στός δεν δί­δα­ξε έ­να κοι­νω­νι­κό σύ­στη­μα δι­και­ο­σύ­νης, ι­σό­τη­τας, κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης και δη­μο­κρα­τί­ας. Δί­δα­ξε και δι­δά­σκει κα­θη­με­ρι­νά, την κα­θα­ρή ει­κό­να του Θε­ού, που ο­φεί­λου­με να ε­πα­να­φέ­ρου­με και να δι­α­τη­ρή­σου­με στο πρό­σω­πο μας. Τη δο­ξα­στι­κή υ­πευ­θυ­νό­τη­τα της ε­λευ­θε­ρί­ας, τη θυ­σι­α­στι­κή προ­σφο­ρά της α­γά­πης και την ευ­χα­ρι­στια­κή προ­σή­νεια της με­τρι­ο­φρο­σύ­νης.

Εί­ναι η δι­δα­σκα­λί­α που ο­λο­κλη­ρώ­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τα.Ό­ποι­ος εν­σω­μα­τώ­σει στο πνεύ­μα του τη δι­δα­σκα­λί­α αυ­τή και προ­σπα­θεί να την ε­φαρ­μό­ζει στη ζω­ή του, βι­ώ­νει την προ­σω­πι­κή του  σχέ­ση με τον Χρι­στό. 
Ό­ποι­ος α­πο­φεύ­γει να δει κα­θα­ρά στη δι­δα­σκα­λί­α αυ­τή το Πρό­σω­πο του Ι­η­σού, αρ­κεί­ται στο να α­σκεί κρι­τι­κή στους ι­ε­ρείς, στην Εκ­κλη­σί­α, στην Ορ­θο­δο­ξί­α και στα μο­να­στή­ρια της, μέ­σα α­πό τα μά­τια της κοι­νω­νί­ας

Μιας κοι­νω­νί­ας, που εί­ναι βου­τηγ­μέ­νη στη λά­σπη. Έ­να πι­τσί­λι­σμα στο παρ­μπρίζ του αυ­το­κι­νή­του, αρ­κεί για να μην βλέ­πεις τί­πο­τα μπρο­στά σου, στη ζω­ή σου, στο μέλ­λον σου. Κι αν κα­θα­ρί­σεις το τζά­μι, πά­λι η ί­δια λά­σπη σε πε­ρι­βάλ­λει. 

Πέ­ρα α­πό τους λό­φους, δεν κρύ­βε­ται κά­ποι­ο μυ­στι­κό. Ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να βρει ε­κεί, κά­τι α­πό ε­αυ­τό του.

Μ. Ψ.