Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

LAST DANCE, 2012

  
 

O Αυ­στρα­λός σκη­νο­θέ­της David Pulbrook εί­χε μια συ­ναρ­πασ­τι­κή ι­δέ­α που τήν έ­κα­νε σε­νά­ριο μα­ζί με τον σε­να­ρι­ο­γρά­φο Terence Hammond.  Έ­νας κυ­νη­γη­μέ­νος Πα­λαι­στί­νιος τρο­μο­κρά­της εισβάλλει στο σπίτι μιας δυναμικής ηλικιωμένης Ε­βραί­ας που ε­πέ­ζη­σε α­πό τα στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης, ενώ εκα­τον­τά­δες α­στυ­νο­μι­κοί α­να­ζη­τούν τους υ­πεύ­θυ­νους μιας θα­νά­σι­μης βομ­βι­στι­κής ε­πί­θε­σης στην Ε­βρα­ϊ­κή γει­το­νιά της πό­λης.

Στην ται­νί­α Last Dance (Αυστραλία 2012) που ε­πι­φα­νεια­κά α­κο­λου­θεί τον τρό­πο μιας ι­στο­ρί­ας ο­μη­ρί­ας, κυριαρχεί το σα­σπένς και ο έν­το­νος ε­σω­τε­ρι­κός ρυθ­μός, ενώ ο σκη­νο­θέ­της μέσα από τους πρωταγωνιστές του μς μι­λά­ για την α­γά­πη, το φυ­λε­τι­κό μί­σος και την συγ­χώ­ρε­ση, με πο­λύ συγ­κι­νη­τι­κό τρό­πο. 

Οι δι­ά­λο­γοι  παρουσιάζουν το Πα­λαι­στι­νια­κό δρά­μα α­πό ό­λες τις πλευ­ρές, χω­ρίς υ­περ­βο­λές και φα­να­τι­σμούς. Η φρί­κη του πο­λέ­μου δεν έ­χει πα­ρά μό­νο θύ­μα­τα και πό­νο. 

Πρω­τα­γω­νι­στεί η σπου­δαί­α Αγ­γλί­δα η­θο­ποι­ός Julia Blake, η στα­δι­ο­δρο­μί­α της ο­ποί­ας δια­ρκεί πά­νω α­πό α­πό 50 χρό­νια και έ­χει κερ­δί­σει πολ­λά βρα­βεί­α, με­τα­ξύ των ο­ποί­ων δύ­ο βρα­βεί­α Australian Film Institute. Μα­ζί και ο Λι­βα­νέ­ζι­κης κα­τα­γω­γής τα­λαν­τού­χος Firass Dirani.
 
Βρείτε το και δείτε το!

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Το με­ρί­διο των Αγ­γέ­λων...


 

Με την ται­νί­α The AngelsShare, ο με­γά­λος σκη­νο­θέ­της Ken Loach, ξε­δι­πλώ­νει τη δε­ξι­ο­τε­χνί­α του, επιλέγοντας αυτή την φορά τον δρόμο του χιούμορ για να μιλήσει και πάλι για σοβαρά θέματα. Η ταινία κέρδισε  το βρα­βεί­ο Ε­πι­τρο­πής στο φε­στι­βάλ των Καν­νών το 2012 καθώς και άλλα 3 βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ.

Τα δι­κα­στή­ρια της Γλα­σκώ­βης ε­πι­βάλ­λουν συ­χνά την ποι­νή της κοι­νω­φε­λούς ερ­γα­σί­ας σε πα­ρά­νο­μες πρά­ξεις, ό­πως η χρή­ση ναρ­κω­τι­κών, ο αλ­κο­ο­λι­σμός, οι μι­κρο­κλο­πές και η ά­σκη­ση βί­ας, Το η­θι­κό χρέ­ος στην κοι­νω­νί­α ξε­πλη­ρώ­νε­ται έ­τσι, αν­τα­πο­δο­τι­κά, με συμ­με­το­χή για ο­ρι­σμέ­νες ώ­ρες, σε ο­μά­δες συν­τή­ρη­σης ή κα­θα­ρι­σμού δη­μό­σι­ων χώ­ρων και κτι­ρί­ων.

Μέ­σα α­πό μια τέ­τοι­α ο­μά­δα θα προ­κύ­ψει η ά­τυ­πη πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νέ­ων, με κοι­νές προ­δι­α­γρα­φές την α­νερ­γί­α, τις κλει­στές πόρ­τες της ε­πα­νέν­τα­ξης στην κοι­νω­νί­α, την α­λη­τεί­α σαν πε­ρι­θω­ρια­κό τρό­πο ζω­ής και την αν­τί­θε­ση τους στον νό­μο και την ε­ξου­σί­α.

Το θέ­μα α­πο­κτά ι­δι­αί­τε­ρο εν­δι­α­φέ­ρον, αν λά­βου­με υ­π’ ό­ψη μας ό­τι ο Ken Loach, έ­χει έ­να πλού­σιο μέ­σα α­πό την τέ­χνη του, α­γω­νι­στι­κό ι­δε­ο­λο­γι­κό πα­ρελ­θόν, στα προ­βλή­μα­τα της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, στις α­νι­σό­τη­τες και τις συγ­κρού­σεις της βρε­τα­νι­κής κοι­νω­νί­ας, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα ο σε­να­ρι­ο­γρά­φος και α­κτι­βι­στής Paul Laverty, συ­νερ­γά­της του Loach σε πολ­λές κα­λές ται­νί­ες, εί­χε α­σκή­σει πα­λαι­ό­τε­ρα το ε­πάγ­γελ­μα του δι­κη­γό­ρου, σε υ­πο­θέ­σεις κα­τα­πά­τη­σης των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των στην Κεν­τρι­κή Α­με­ρι­κή.
 
Ο τί­τλος της ται­νί­ας ό­μως, υ­πό­σχε­ται κά­τι κα­λύ­τε­ρο, δι­α­φο­ρε­τι­κό, κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο πνευ­μα­τι­κό α­πό έ­να α­κό­μα ε­πα­να­στα­τι­κό μή­νυ­μα, μια συ­νη­θι­σμέ­νη κα­ταγ­γε­λί­α ή το α­πλό α­να­σκά­λε­μα του βρε­τα­νι­κού κοι­νω­νι­κού ι­ζή­μα­τος. Εί­ναι ό­μως τό­σο δι­α­κρι­τές οι δι­α­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές του νό­μι­μου και του η­θι­κού, α­πό το πα­ρα­βα­τι­κό και κα­τα­κρι­τέ­ο, ώ­στε να α­φή­νουν ελ­πί­δες για δι­εκ­δί­κη­ση των αγ­γέ­λων, κά­ποι­ου εί­δους με­ρι­δί­ου;

Μέ­σα α­πό τα αρ­χι­κά α­δι­έ­ξο­δα βί­ας στις φτω­χο­γει­το­νι­ές της Γλα­σκώ­βης, τη βα­ριά κα­τα­θλι­πτι­κή α­τμό­σφαι­ρα της βι­ο­μη­χα­νι­κής πό­λης, τον α­γώ­να για ε­πι­βί­ω­ση και μια θέ­ση συ­νύ­παρ­ξης στη στυ­φή και πι­κρή κοι­νω­νί­α της α­πόρ­ρι­ψης, έ­νας φί­λος των κα­τα­τρεγ­μέ­νων (ο ε­πι­στά­της της κοι­νω­φε­λούς ερ­γα­σί­ας) και έ­να νε­ο­γέν­νη­το α­γο­ρά­κι (ο γιος του πε­ρι­θω­ρια­κού Ρόμ­πι), θα με­τα­τρέ­ψουν τον συμ­βι­βα­σμό της πα­ρέ­ας με μια ζω­ή χω­ρίς ι­δα­νι­κά, α­ξί­ες και προ­ο­πτι­κές, σε μια χα­ρού­με­νη κι αι­σι­ό­δο­ξη πο­ρεί­α προς το μέλ­λον. 

Ο Ρόμ­πι, εί­ναι ο πρω­τα­γω­νι­στής της ται­νί­ας. Γνω­ρί­ζον­τας κα­λά ο Loach πως η ζω­ή στο πε­ρι­θώ­ριο συμ­βα­δί­ζει με τις κοι­νω­νι­κές αλ­λα­γές και ε­ξε­λί­ξεις, τον α­να­κά­λυ­ψε στις υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες συ­νοι­κί­ες της Γλα­σκώ­βης και πα­ράλ­λη­λα με τις χρή­σι­μες σκη­νο­θε­τι­κά πλη­ρο­φο­ρί­ες που άν­τλη­σε α­π’ αυ­τόν, του α­νέ­θε­σε τον κύ­ριο ρό­λο στην ται­νί­α, για να της προσ­δώ­σει, τη ρε­α­λι­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα ε­νός ντο­κι­μαν­τέρ.

Πραγ­μα­τι­κά, η ερ­μη­νεί­α του Ρόμ­πι (Paul Brannigan) στον ι­δι­αί­τε­ρο ρό­λο του, έ­χει την ί­δια αυ­θεν­τι­κό­τη­τα με τις ου­λές α­πό μα­χαί­ρι στο πρό­σω­πο του, που πι­στο­ποι­ούν α­νά­γλυ­φα τη γνη­σι­ό­τη­τα των εμ­πει­ρι­ών του και α­πο­τε­λούν ί­σως εγ­γύ­η­ση της α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τας του να τη­ρή­σει τις υ­πο­σχέ­σεις του, αλ­λά και να στα­θεί αν­τά­ξιος της εμ­πι­στο­σύ­νης του σκη­νο­θέ­τη του.

Ω­στό­σο, τί­πο­τα δεν εί­ναι εύ­κο­λο για τους στιγ­μα­τι­σμέ­νους στην κοι­νω­νί­α. Και ι­δι­αί­τε­ρα το να ξε­φύ­γουν α­πό τον τρό­πο ζω­ής που τε­λι­κά οι ί­διοι έ­χουν α­πο­δε­χτεί. «Δεν υ­πάρ­χει για σέ­να μέλ­λον σ’ αυ­τόν τον τό­πο» του λέ­ει ο πε­θε­ρός του, που προ­σπα­θεί να τον α­πο­μα­κρύ­νει α­πό την κό­ρη του, «ό­ταν μπλέ­κεις με τέ­τοι­α, δεν ξεμ­πλέ­κεις».

Σε ό­λους τους κα­νό­νες ό­μως υ­πάρ­χουν ε­ξαι­ρέ­σεις. Μό­νο, που κά­ποι­ος θα πρέ­πει να α­νοί­ξει την πόρ­τα μιας δεύ­τε­ρης ευ­και­ρί­ας. Αυ­τός στην ι­στο­ρί­α μας, θα εί­ναι ο ε­πι­στά­της ερ­γα­σί­ας, ο Χά­ρι (John Henshaw), που ο­δη­γεί την πα­ρέ­α των φί­λων μας να δουν α­πό κον­τά έ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο ζω­ής, με μια ε­πί­σκε­ψη σε α­πο­στα­κτή­ριο ου­ί­σκι.
Εί­ναι ο άν­θρω­πος κλει­δί (και υ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι για κά­θε κλει­δω­μέ­νη πόρ­τα), που πρό­θυ­μα προ­τεί­νει την έ­ξο­δο σε κά­θε εν­δι­α­φε­ρό­με­νο. Αλ­λά πραγ­μα­τι­κά εί­ναι λί­γοι οι ε­θι­σμέ­νοι στην α­δρά­νεια ή στην αν­τί­δρα­ση, που μέ­σα α­πό τη σκλη­ρή κα­θη­με­ρι­νή αλ­λο­τρί­ω­ση του προ­σώ­που τους, δι­α­τη­ρούν την ι­κα­νό­τη­τα μιας σω­στής ε­πι­λο­γής και το σθέ­νος να α­νοί­ξουν την πόρ­τα της αλ­λα­γής στη ζω­ή τους.
Ο Ρόμ­πι εί­ναι έ­νας απ αυ­τούς. Το νε­ο­γέν­νη­το μω­ρό που κρά­τη­σε στην αγ­κα­λιά του, ξύ­πνη­σε την ναρ­κω­μέ­νη υ­πευ­θυ­νό­τη­τα του. Την α­νάγ­κη του να α­γω­νι­στεί, ό­χι πια α­πό ε­γω­ι­σμό ή αν­τί­δρα­ση, αλ­λά α­πό α­γά­πη, για να ε­ξα­σφα­λί­σει στον γιο του μια κα­λύ­τε­ρη ζω­ή. Τέ­τοι­ες α­πο­φά­σεις σαν προ­ϊ­όν­τα σκέ­ψης και λο­γι­κής στάθ­μι­σης, πο­τέ δεν ε­ξε­λίσ­σον­ται σε πρά­ξεις. Πρέ­πει να έ­χουν τη δύ­να­μη του αυ­θορ­μη­τι­σμού και την ορ­μή του πη­γαί­ου συ­ναι­σθή­μα­τος.
 

 Το α­πο­στα­κτή­ριο εί­ναι έ­νας και­νούρ­γιος κό­σμος για κεί­νον. Εί­ναι μια μη­χα­νι­κή ζων­τα­νή ύ­παρ­ξη. Έ­να πρό­τυ­πο. Που λει­τουρ­γεί με προ­γραμ­μα­τι­σμό, με ρυθ­μό, με τά­ξη, με σκο­πό και με α­πο­τέ­λε­σμα. Που ση­μα­το­δο­τεί τη λα­χτά­ρα του να γυ­ρί­σει σε­λί­δα. Εκ­στα­τι­κός δέ­χε­ται κά­θε νέ­α πλη­ρο­φο­ρί­α, σαν πο­λύ­τι­μο υ­λι­κό στο χτί­σι­μο των προσ­δο­κι­ών του. 
– Κά­θε αλ­λα­γή σε κά­ποι­α μπρού­τζι­νη γω­νί­α, έ­να α­πλό βα­θού­λω­μα, θα αλ­λοί­ω­νε τη γεύ­ση στο ου­ί­σκυ..
– Το ξύ­λο δί­νει γεύ­ση και χρω­μα­τί­ζει το οι­νό­πνευ­μα..

– Τα βα­ρέ­λια πραγ­μα­τι­κά α­να­πνέ­ουν ..
– Κά­θε χρό­νο χά­νε­ται το 2% του οι­νο­πνεύ­μα­τος, ε­ξα­τμί­ζε­ται και ε­ξα­φα­νί­ζε­ται στον α­έ­ρα, φεύ­γει για πάν­τα, αυ­τό εί­ναι «το με­ρί­διο των αγ­γέ­λων»..

- Έ­χου­με τό­σο ευ­αί­σθη­τη ό­σφρη­ση, που μπο­ρού­με να α­νι­χνεύ­σου­με α­ρώ­μα­τα που έ­χουν α­ραι­ω­θεί στο έ­να ε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στό του αρ­χι­κού..
– Η πιο πρω­τό­γο­νη αί­σθη­ση μας – η γεύ­ση, ε­κρή­γνυ­ται α­πό τη σκο­τει­νή βλά­στη­ση του χρό­νου που περ­νά..

Λέ­ξεις και έν­νοι­ες που δεν εί­χε ξα­να­κού­σει, αν­τα­πο­κρί­νον­ται στην ε­σω­τε­ρι­κή του α­νάγ­κη για α­να­νέ­ω­ση, δι­ευ­ρύ­νουν τις α­πο­στά­σεις α­πό τις κα­τα­στρο­φι­κές του εμ­μο­νές. Το νέ­ο του κα­θα­ρό­τε­ρο πρό­σω­πο, δι­α­μορ­φώ­νε­ται α­πό στοι­χεί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τάλ­λη­λα και ι­κα­νά να στη­ρί­ξουν τις α­πο­φά­σεις του.

Το πλε­ο­νέ­κτη­μα της κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής τέ­χνης α­πέ­ναν­τι στην πραγ­μα­τι­κή ζω­ή και η γο­η­τεί­α της ταυ­τό­χρο­να, εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα της να συν­θέ­τει την κεν­τρι­κή ι­δέ­α του σε­να­ρί­ου, ε­στι­ά­ζον­τας στα ου­σι­ώ­δη και ση­μαν­τι­κά για τον σκο­πό αυ­τόν ση­μεί­α, α­γνο­ών­τας ό­λες τις α­νια­ρές, κου­ρα­στι­κές, αλ­λά και αρ­νη­τι­κές λε­πτο­μέ­ρει­ες της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.

Αυ­τή εί­ναι ό­μως και η ι­κα­νό­τη­τα που α­να­πτύσ­σει, ό­ποι­ος πι­στεύ­ει σε έ­ναν σκο­πό. Παύ­ουν τα α­δι­ά­φο­ρα ε­ρε­θί­σμα­τα και οι πα­λι­ές πε­ριτ­τές συ­νή­θει­ες να τον ε­πη­ρε­ά­ζουν στις ση­με­ρι­νές του ε­νέρ­γει­ες. Για να ε­πι­τευ­χθεί ο στό­χος της αλ­λα­γής, πρέ­πει να μπουν νέ­ες βά­σεις, να τε­θούν στη ζω­ή συγ­κε­κρι­μέ­νες αρ­χές, να ι­ε­ραρ­χη­θούν οι α­ξί­ες.

Η δι­α­δι­κα­σί­α της ζυ­μώ­σε­ως έ­χει τις α­παι­τή­σεις και τις προ­δι­α­γρα­φές της.

Στην ψυ­χή του Ρόμ­πι έ­χει πραγ­μα­το­ποι­η­θεί ή­δη η α­πα­ραί­τη­τη προ­ε­τοι­μα­σί­α. Η δι­α­πί­στω­ση πως δι­α­θέ­τει μια χα­ρι­σμα­τι­κή ό­σφρη­ση που του ε­πι­τρέ­πει να δι­α­κρί­νει την υ­φή και τα α­ρώ­μα­τα του ου­ί­σκι, η γνω­ρι­μί­α του με τον ει­δι­κό γευ­σι­γνώ­στη στο ου­ί­σκι (που υ­πο­δύ­ε­ται ο ε­παγ­γελ­μα­τί­ας γευ­σι­γνώ­στης Charlie Maclean), η πα­ρου­σί­α και  η στή­ρι­ξη που του πα­ρέ­χει ο Χά­ρι, του θω­ρα­κί­ζουν την αυ­το­πε­ποί­θη­ση.

Το ε­πό­με­νο βή­μα της α­πο­κα­τά­στα­σης του Ρόμ­πι, θα υ­λο­ποι­η­θεί στη συ­νάν­τη­ση του με έ­να σπά­νιο και πα­νά­κρι­βο βα­ρε­λά­κι ου­ί­σκι, που βγαί­νει σε πλει­στη­ρια­σμό.
Πρό­κει­ται για το θρυ­λι­κό Malt Mill που πα­ρα­σκευ­α­ζό­ταν με­τα­ξύ 1908 και 1962, σε έ­να πο­το­ποι­εί­ο στο νη­σί Ά­ι­λα της Σκω­τί­ας. Δυ­ο μπου­κά­λια α­πό το πο­λύ­τι­μο ου­ί­σκι του βα­ρε­λιού, δεν θα λεί­ψουν α­πό κα­νέ­ναν.

Ο Ρόμ­πι, με τη βο­ή­θεια της πα­ρέ­ας του που ε­πη­ρε­ά­ζε­ται α­πό τις εμ­πνεύ­σεις του και τον εμ­πι­στεύ­ε­ται, κα­τορ­θώ­νει να α­πο­κτή­σει αυ­τά τα δυ­ο μπου­κά­λια. Ε­νερ­γούν κρυ­φά, αλ­λά συν­το­νι­σμέ­να, α­πο­λαμ­βά­νον­τας την ο­μα­δι­κό­τη­τα του εγ­χει­ρή­μα­τος τους. Οι φί­λοι υ­πο­στη­ρί­ζουν το ό­ρα­μα του Ρόμ­πι, που χω­ρίς να ε­πι­δι­ώ­ξει κά­ποι­ο εί­δος αρ­χη­γί­ας, τους κα­τευ­θύ­νει α­πο­φα­σι­στι­κά. 

Πί­σω α­π’ ό­λα, το ευ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νο αι­σθη­τή­ριο του Loach κα­λύ­πτει το τρα­γι­κό ύ­φος της α­νερ­μά­τι­στης ζω­ής και την α­νε­με­λιά της α­νευ­θυ­νό­τη­τας, με τη δι­ά­θε­ση συμ­με­το­χής και συ­νερ­γα­σί­ας και ε­κτο­νώ­νει με χι­ού­μορ τις αν­τι­ξο­ό­τη­τες. Ζω­τι­κά στοι­χεί­α, α­νά­με­σα στα ο­ποί­α ε­λίσ­σε­ται με σι­γου­ριά ο Ρόμ­πι, α­πο­βλέ­πον­τας στο μέλ­λον, κα­τα­νο­ών­τας το πα­ρόν και πα­ρα­κάμ­πτον­τας το πα­ρελ­θόν. 

Πολ­λές φο­ρές φυ­σι­κά, οι στό­χοι μας εί­ναι α­σα­φείς και η α­στάθ­μη­τη πλε­ο­νε­ξί­α, μας πα­ρα­σύ­ρει σε ε­πι­δι­ώ­ξεις που ξε­περ­νούν τα ό­ρια των α­ναγ­κών και της με­γα­λο­ψυ­χί­ας μας. Ό­μως το με­ρί­διο των αγ­γέ­λων που τους α­να­λο­γεί στο βα­ρε­λά­κι αυ­τό και που το πα­ρα­χω­ρούν στον Ρόμ­πι, εί­ναι δυ­ο μπου­κά­λια, ό­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Το έ­να θα εί­ναι αρ­κε­τό να υ­πο­στη­ρί­ξει με την α­ξί­α του την αλ­λα­γή του τρό­που ζω­ής ό­λων τους και το άλ­λο, να ε­πι­βε­βαι­ώ­σει τη ε­σω­τε­ρι­κή αλ­λα­γή του Ρόμ­πι. 

Πραγ­μα­τι­κά, ο βί­αι­ος Ρόμ­πι έ­χει με­τα­τρα­πεί σε δι­αλ­λα­κτι­κό και ή­πιο, δεν ορ­γί­ζε­ται ό­πως πα­λιά, μοι­ρά­ζε­ται σε ί­σα μέ­ρη με τους συν­τρό­φους του το ου­ρα­νό­σταλ­το αυ­τό δώ­ρο, ε­ξα­σφα­λί­ζει σε ό­λους την προ­ο­πτι­κή τί­μιας ερ­γα­σί­ας και α­πο­δί­δει στον με­γά­λο του φί­λο τον Χά­ρι, που μπο­ρεί να ε­κτι­μή­σει έ­να «κα­λό» ου­ί­σκι, την ο­φει­λό­με­νη ευ­χα­ρι­στί­α, με την προ­σφο­ρά του ε­νός μπου­κα­λιού.

Πα­ρ’ ό­τι ο φα­κός κι­νεί­ται σε χώ­ρους συγ­κε­κρι­μέ­νης νο­ο­τρο­πί­ας, ό­που η αί­σθη­ση του Θε­ού δεν κοι­νο­ποι­εί­ται, ού­τε καν υ­πο­νο­εί­ται, η θε­ϊ­κή πα­ρου­σί­α γί­νε­ται α­πτή στη στορ­γι­κή της συ­νέρ­γεια, σε κά­θε εκ­δή­λω­ση α­γα­θής προ­αί­ρε­σης. 

Η ι­σο­τι­μί­α, η με­τρι­ο­πά­θεια, η αί­σθη­ση δι­και­ο­σύ­νης και ευ­γνω­μο­σύ­νης, η υ­πέρ­βα­ση του ε­αυ­τού του Ρόμ­πι, πι­στο­ποι­ούν τη βα­θιά αλ­λα­γή που ε­πι­τε­λέ­στη­κε στην ψυ­χή του και προ­δι­α­γρά­φει έ­να δη­μι­ουρ­γι­κό μέλ­λον για τον γιο του και μια ευ­τυ­χέ­στε­ρη ζω­ή για τον ί­διο και τη γυ­ναί­κα του.

Ο Loach, ο Laverty, ο Χά­ρι, ο Ρόμ­πι, φαί­νε­ται να αν­τι­λή­φθη­καν αυ­τό που και ο κα­θέ­νας μας μπο­ρεί να δι­α­πι­στώ­σει, ό­ταν με ο­δη­γό την α­γά­πη, ε­πι­δι­ώ­κει έ­ναν α­να­τρε­πτι­κό στό­χο. Πως η α­λη­θι­νή ε­πα­νά­στα­ση ξε­κι­νά α­πό τη δι­κή μας αλ­λα­γή. Τό­τε εί­ναι βε­βαί­α και η έκ­βα­ση του α­γώ­να.

Ό­ταν υ­πάρ­χει κα­λή δι­ά­θε­ση και πί­στη στην ε­πι­τυ­χί­α και οι Ου­ρα­νοί συ­ναι­νούν.


Μ. Ψ.




Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

SILVER LININGS PLAYBOOK (2012)





Σκη­νο­θε­σί­α Ντέ­ι­βιντ Ο. Ρά­σελ, με τους: Μπράν­τλε­ϊ Κού­περ, Τζέ­νι­φερ Λό­ρενς, (Ό­σκαρ Α΄Γυ­ναι­κεί­ου ρό­λου 2013, Χρυ­σή σφαί­ρα 2013), Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο, Τζά­κι Γου­ί­βερ. Ο α­νε­ξάρ­τη­τος Α­με­ρι­κά­νι­κος κι­νη­μα­το­γρά­φος στις κα­λές στιγ­μές του. (51 βρα­βεί­α) 

Ύ­στε­ρα α­πό ο­κτώ μή­νες στο ψυ­χι­α­τρεί­ο, ο Πατ ο ο­ποί­ος έ­χει δι­πολι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη), ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι των γο­νι­ών του και προ­σπα­θεί  να προ­σαρ­μο­στεί στην και­νούρ­για του ζω­ή και να έρ­θει σε ε­πα­φή με την πρώ­ην γυ­ναί­κα του, την ο­ποί­α δεν μπο­ρεί – βά­σει δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης – να πλη­σιά­σει. Ο πα­τέ­ρας του (Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο σε ε­ξαι­ρε­τι­κά κέ­φια), ζει την δι­κή του "πα­ρά­νοι­α", α­φού εί­ναι βυ­θι­σμέ­νος στον κό­σμο τού πο­δο­σφαι­ρι­κού τζό­γου και της δει­δαι­μο­νί­ας. Η γνω­ρι­μί­α τού Πατ με την ε­πί­σης ψυχικά προ­βλη­μα­τι­κή Τί­φα­νι, θα πε­ρι­πλέ­ξει α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τα πράγ­μα­τα.

Μια χα­ρι­τω­μέ­νη μα­τιά στον κό­σμο της ψυ­χι­κής νό­σου. Ποι­ός ά­ρα­γε εί­ναι υ­γι­ής και ποι­ός ό­χι; Α­κο­λου­θών­τας ο σκη­νο­θέ­της τον κλασ­σι­κό τρό­πο α­φή­γη­σης της Α­με­ρι­κά­νι­κης κο­μεν­τί, μι­λά με α­στεί­ο τρό­πο για πο­λύ σο­βα­ρά πράγ­μα­τα. Ποι­ός τε­λι­κά εί­ναι «υ­γι­ής»και ποι­ός άρ­ρω­στος; Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι η α­γά­πη που θα στη­ρί­ξει τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων.

 * * *

Η ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια α­νέ­κα­θεν τρό­μα­ζε τον άν­θρω­πο. Οι ψυ­χι­κά ασθενείς λόγῳ της φύσης της πάθησής τους, που συ­νή­θως ο­δη­γεί σε αν­τι­κοι­νω­νι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές, παλαιότερα δε­χόν­του­σαν συ­χνά τον κοι­νω­νι­κό α­πο­κλει­σμό, στιγ­μα­τί­ζον­ταν, πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­ούν­ταν. Δεν ή­ταν λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις ό­που μην γνω­ρί­ζον­τας τις αι­τί­ες της α­σθέ­νειας, η κοι­νω­νί­α θε­ω­ρού­σε τους α­σθε­νείς α­μαρ­τω­λούς και την α­ρρώστια τι­μω­ρί­α α­πό τον Θε­ό.

 Στήν σύγ­χρο­νη και α­πρό­σω­πη ε­πο­χή μας, τα πράγ­μα­τα έ­χουν βελ­τι­ω­θεί αι­σθη­τά κα­θώς σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, με κα­τάλ­λη­λη φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και ψυ­χο­λο­γι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη οι α­σθε­νείς εν­τάσ­σον­ται στην κοι­νω­νί­α και μπο­ρούν να εί­ναι λει­τουρ­γι­κοί. Ω­στό­σο, η έλ­λει­ψη φρον­τί­δας, η α­νυ­παρ­ξί­α ου­σι­α­στι­κών προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων και η σκλη­ρό­τη­τα των συ­ναν­θρώ­πων εί­ναι α­πό τα κυ­ρι­ό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πί­ζουν οι πά­σχον­τες.
Οι πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας α­νέ­κα­θεν συ­νέ­δε­αν την α­μαρ­τί­α με την ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Ό­χι ό­μως σε μί­α βά­ση κο­σμι­κή που λέ­ει ό­τι πά­σχει ψυ­χι­κά κά­ποι­ος ε­πει­δή εί­ναι α­μαρ­τω­λός. Η ορ­θή πνευ­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση διαχωρίζει τους εκ γενετής πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα σε σχέση με εκείνους που η ασθένειά τους είναι επίκτητη.

Για την πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α αν­θρώ­πων, ό­πως εί­ναι και ο πά­σχων α­πό δι­πο­λι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη) πρω­τα­γω­νι­στής τής ται­νί­ας μας, δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­δώ­σει ευ­θύ­νες στους ί­διους τους α­σθε­νείς. Εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη η φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και βέ­βαι­α, αυ­τό που χρει­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι συμ­πα­ρά­στα­ση και α­γά­πη. 

Για την δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α, η ο­ποί­α εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη πλη­θυ­σμια­κά και α­φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο τον μέ­σο άν­θρω­πο (η κα­τά­θλι­ψη λέ­γε­ται ό­τι μέ­χρι το 2020 θα εί­ναι η δεύ­τε­ρη με­γα­λύ­τε­ρη α­σθέ­νεια παγ­κο­σμί­ως κα­θώς αγ­γί­ζει το 20% του πλη­θυ­σμού), δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς ό­τι η α­μαρ­τί­α μπο­ρεί όν­τως να ο­δη­γή­σει στην ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Τα πα­τε­ρι­κά κεί­με­να με τον τρό­πο τους πα­ρα­κι­νούν τους πι­στούς να νι­κή­σουν την α­μαρ­τί­α,  ε­στι­ά­ζον­τας στον δια­ρκή α­γώ­να ε­νάν­τια στην υ­πε­ρη­φά­νεια, στην κε­νο­δο­ξί­α και στην φι­λαυ­τί­α και έ­χουν ως κέν­τρο έ­να νό­η­μα ζω­ής που υ­περ­βαί­νει τον α­το­μο­κεν­τρι­κό άν­θρω­πο και συγ­κε­φα­λαι­ώ­νε­ται στον λό­γο του Χρι­στού "α­γά­πα τον πλη­σί­ον ως ε­αυ­τόν".

 Έ­τσι, οι δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι αυ­τής της ται­νί­ας, μάς α­φο­ρούν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θώς συ­νή­θως νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε σώ­οι, αλ­λά έ­χου­με ε­πι­τρέ­ψει στην α­μαρ­τί­α να κυ­ρι­αρ­χή­σει στην ζω­ή μας, και ζού­με μέ­σα στα πά­θη. 

Βλέ­που­με τον πα­τέ­ρα του Πάτ να ζει για τον τζό­γο, βυ­θι­σμέ­νος στην δει­δαι­μο­νί­α και στην μο­νο­μα­νή ε­να­σχό­λη­ση με το πο­δό­σφαι­ρο. Το ί­διο βλέ­που­με και στους άλ­λους χα­ρα­κτή­ρες. Η μη­τέ­ρα ζει την μι­ζέ­ρια της γει­το­νιάς, ο α­δελ­φός μοιράζεται το πάθος τού πατέρα και ζει πνιγμένος στην υπερηφάνεια και την σκληροκαρδία, ο φί­λος έ­χει θυ­σιά­σει την ζω­ή του στο κυ­νή­γι του χρή­μα­τος για να ι­κα­νο­ποι­ή­σει την υ­λι­κή ευ­η­με­ρί­α, χά­νον­τας την ψυ­χή και τον γά­μο του. Οι άν­θρω­ποι χανό­μα­στε συ­χνά σε μιά κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα στην ο­ποί­α εγ­κλω­βι­ζό­μα­στε, ε­άν δεν κυ­ρια­ρχεί στην ζω­ή μας η ευ­χα­ρι­στί­α και η χα­ρά της ση­με­ρι­νής η­μέ­ρας.

Η ται­νί­α θί­γει θέ­μα­τα που μας α­φο­ρούν ό­λους. Δεν μας οδηγεί στο να λυ­πη­θού­με τους οργανικά ψυ­χι­κά α­σθε­νείς, που ού­τως ή άλ­λως χρει­ά­ζον­ται την α­γά­πη μας, αλ­λά αντίθετα στο να δούμε την ομορφιά που μπορεί να κρύβεται πίσω από την πάθηση. Ταυτόχρονα, μας καλεί να α­να­λο­γι­στού­με πού μπο­ρεί να ο­δη­γη­θού­με ε­άν α­φε­θού­με στην ρου­τί­να και τα υ­λι­κά του βί­ου και δεν καλ­λι­ερ­γού­με την προ­αί­ρε­σή μας στα ου­σι­ὠ­δη  της ζωής, στο «ε­νός ε­στί χρεί­α».


Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Πί­σω α­πό τους λό­φους - εκτενής φιλμοκριτική...



Πί­σω α­πό τους λό­φους 
Dupa delauri – Ρου­μα­νί­α – 2012

από τόν αδελφό μας Μ.Ψ.,  ψυχίατρο

Το 2005, μια κο­πέ­λα πέ­θα­νε σε κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι της Μολ­δα­βί­ας, ό­που ε­πί μέ­ρες πα­ρέ­μει­νε δε­μέ­νη και νη­στι­κή, ώ­στε ο ι­ε­ρέ­ας να της δι­α­βά­ζει τις ευ­χές των ε­ξορ­κι­σμών. Το γε­γο­νός αυ­τό κα­τέ­γρα­ψε η Tatiana Niculescu Bran και με­τέ­φε­ρε στην ο­θό­νη ο γνω­στός σκη­νο­θέ­της Cristian Mungiu. Το σε­νά­ριο α­πό τον σκη­νο­θέ­τη, σε συ­νερ­γα­σί­α με την συγ­γρα­φέ­α και οι δυ­ο συμ­πρω­τα­γω­νί­στρι­ες, βρα­βεύ­θη­καν στο Φε­στι­βάλ των Κα­νών 2012.

Τα κεν­τρι­κά πρό­σω­πα εί­ναι δυ­ο κο­ρί­τσια που με­γά­λω­σαν μα­ζί σε ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο, συν­δέ­θη­καν με στε­νή και ει­λι­κρι­νή φι­λί­α και α­κο­λού­θη­σαν στη συ­νέ­χεια δι­α­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους. Η Βο­ϊ­κί­τσα (Cosmina Stratan) εν­τά­χθη­κε στο Μο­να­στή­ρι της πε­ρι­ο­χής σαν δό­κι­μη μο­να­χή. Η Α­λί­να (Cristina Flutur), α­φού πα­ρέ­μει­νε έ­να δι­ά­στη­μα σε α­νά­δο­χη οι­κο­γέ­νεια, πή­γε να ερ­γα­στεί στη Γερ­μα­νί­α. Η προ­σπά­θεια τους να ξα­να­βρε­θούν μα­ζί, θα α­πο­βεί α­πρό­σμε­να μοι­ραί­α και για τις δυ­ο.

Σε μια ται­νί­α που σε ό­λη την ε­ξέ­λι­ξη της, ο χα­μη­λός φω­τι­σμός, οι α­πλοί ή­χοι και τα ε­σω­τε­ρι­κά πλά­να, ε­πι­τεί­νουν και πλαι­σι­ώ­νουν τις αν­τι­θέ­σεις, τις συγ­κρού­σεις και τους συμ­βο­λι­σμούς, ο σκη­νο­θέ­της κά­νει φα­νε­ρή α­π’ την αρ­χή την πρό­θε­ση του, να προσ­δώ­σει στην ται­νί­α τον αυ­στη­ρά ρε­α­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, που αρ­μό­ζει στο θέ­μα της.

Η Α­λί­να φθά­νει με το τραί­νο α­πό τη Γερ­μα­νί­α, με σκο­πό να πά­ρει μα­ζί της τη φί­λη της, για να δου­λέ­ψουν και να ζή­σουν ε­κεί. Η Βο­ϊ­κί­τσα πη­γαί­νον­τας να τη συ­ναν­τή­σει στον σταθ­μό, προ­χω­ρά αν­τί­θε­τα στο ρεύ­μα ό­λων των ε­πι­βα­τών που κα­τευ­θύ­νον­ται προς την έ­ξο­δο. Ό­λοι πη­γαί­νουν στις δου­λει­ές τους, αν­τι­με­τω­πί­ζουν το μέλ­λον τους. Ε­κεί­νη, ε­πι­στρέ­φει στο πα­ρελ­θόν, να συ­ναν­τή­σει στο πρό­σω­πο της Α­λί­να την παι­δι­κή τους α­να­σφά­λεια.

Θα μπο­ρέ­σει να ξα­να­ζων­τα­νέ­ψει το πα­ρελ­θόν, στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες; Ο προ­βλη­μα­τι­σμός και η αμ­φι­θυ­μί­α της θα την α­κο­λου­θή­σουν ως το τέ­λος. Η πο­ρεί­α της στον σταθ­μό προς την Α­λί­να, εί­ναι η ει­κό­να του ε­σω­τε­ρι­κού της κό­σμου. Το συ­ναί­σθη­μα της, σε αν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση α­πό τη λο­γι­κή της.

Η Α­λί­να την αγ­κα­λιά­ζει με τη λα­χτά­ρα του παι­διού που ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι του, με την ελ­πί­δα πως α­πό δω και πέ­ρα δεν θα εί­ναι μό­νη στη ζω­ή της. Η ζε­στα­σιά της φι­λί­ας τους της θερ­μαί­νει την καρ­διά, ό­μως η μο­να­ξιά της Γερ­μα­νί­ας εί­ναι βι­ο­λο­γι­κά γραμ­μέ­νη στο μυα­λό της. Στην κοι­νο­βια­κή ζω­ή του μο­να­στη­ριού, η Βο­ϊ­κί­τσα, ξε­πέ­ρα­σε σ’ έ­ναν βαθ­μό τις ψυ­χο­λο­γι­κές της α­νάγ­κες και ι­σορ­ρό­πη­σε. Η Α­λί­να πα­ρέ­μει­νε στην ι­δρυ­μα­τι­κή α­νω­ρι­μό­τη­τα του ορ­φα­νο­τρο­φεί­ου. 

Το πε­ρι­βάλ­λον δι­α­μορ­φώ­νει ά­με­σα την ψυ­χο­λο­γί­α μας. Ι­δι­αί­τε­ρα, ό­ταν δεν έ­χου­με θέ­σει στα­θε­ρούς στό­χους στη ζω­ή μας, ό­σο α­πλοί και να ‘ναι, βα­σι­σμέ­νους σε συγ­κε­κρι­μέ­νες α­ξί­ες, ό­σο α­πλο­ϊ­κές και αν φαί­νον­ται. Ό­σο πα­ρα­μέ­νει α­δι­α­μόρ­φω­τος έ­νας τέ­τοι­ος ά­ξο­νας στην προ­σω­πι­κό­τη­τα μας, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βρι­σκό­μα­στε ε­κτε­θει­μέ­νοι στις ε­ξω­τε­ρι­κές ε­πιρ­ρο­ές.

Σύν­το­μα η Α­λί­να αρ­χί­ζει να αν­τι­λαμ­βά­νε­ται, πως τα πράγ­μα­τα δεν εί­ναι α­κρι­βώς ό­πως τα εί­χε φαν­τα­στεί, ό­τι η φί­λη της α­νή­κει πια κά­που αλ­λού, νοι­ά­ζε­ται και ερ­γά­ζε­ται για άλ­λους, έ­χει άλ­λες προ­τε­ραι­ό­τη­τες κι α­να­βι­ώ­νει τό­τε την παι­δι­κή της εγ­κα­τά­λει­ψη. Δεν στρέ­φε­ται ε­ναν­τί­ον της φί­λης της, που εί­ναι το μό­νο πρό­σω­πο που α­γά­πη­σε και α­γα­πά, αλ­λά ε­ναν­τί­ον ό­σων την πε­ρι­βάλ­λουν, δι­εκ­δι­κούν την α­γά­πη της και α­πο­σπούν το εν­δι­α­φέ­ρον της α­πό κεί­νη.

Ό­ταν οι α­νε­ξέ­λεγ­κτες α­πό τη λο­γι­κή συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­νάγ­κες, δεν βρί­σκουν την αν­τα­πό­κρι­ση που α­παι­τούν, εί­ναι α­να­πό­φευ­κτα τα βι­ώ­μα­τα της πη­γαί­ας στέ­ρη­σης, της μα­ταί­ω­σης των προσ­δο­κι­ών και της α­πώ­λειας προ­σα­να­το­λι­σμού. Και ό­ταν το πε­ρι­βάλ­λον ά­καμ­πτο, προ­σπα­θεί να ε­πι­βάλ­λει τρό­πους συμ­πε­ρι­φο­ράς, αν δεν έ­χου­με την ι­κα­νό­τη­τα μιας ο­μα­λής προ­σαρ­μο­γής, θα νοι­ώ­σου­με έν­το­να την αί­σθη­ση της α­πόρ­ρι­ψης, της α­πο­ξέ­νω­σης και του ε­ξα­ναγ­κα­σμού.

Η ε­ξο­μο­λό­γη­ση δεν φέρ­νει τη γα­λή­νη στην ψυ­χή, αν δεν α­πο­τε­λεί την έκ­φρα­ση βα­θιάς με­τά­νοι­ας. Ό­μως πί­σω α­πό την κά­θε πρά­ξη κρύ­βε­ται κι έ­να κί­νη­τρο, κά­θε συμ­πε­ρι­φο­ρά έ­χει την ε­ξή­γη­ση της, α­κό­μα και κά­ποι­ες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές ε­κρή­ξεις, έ­χουν την αι­τί­α και τη σκο­πι­μό­τη­τα τους. Τα βι­α­στι­κά συμ­πε­ρά­σμα­τα για τους άλ­λους, εί­ναι συ­νή­θως λαν­θα­σμέ­να και η α­δι­α­φο­ρί­α κα­τα­νό­η­σης των προ­βλη­μά­των τους, εί­ναι έ­νας βάλ­τος που κα­τα­πί­νει την ευ­αι­σθη­σί­α.

Η Α­λί­να εί­ναι το α­νέν­τα­χτο και ευ­ά­λω­το μέ­λος της μι­κρής κοι­νω­νί­ας του Μο­να­στη­ριού. Ό­λα γύ­ρω της εί­ναι ξέ­να και α­πει­λη­τι­κά. Το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό της κε­νό εκ­δη­λώ­νε­ται στη συμ­πε­ρι­φο­ρά της. Η «πρω­το­γε­νής κραυ­γή» που δεν α­κού­γε­ται, η φόρ­τι­ση της α­να­σφά­λειας που δεν εκ­φρά­ζε­ται, γί­νον­ται αν­τί­δρα­ση «α­ναί­τια» ε­πι­θε­τι­κή και πα­ρά­λο­γη συμ­πε­ρι­φο­ρά.     
Η αν­τί­δρα­ση αυ­τή ω­στό­σο, θα ε­πι­φέ­ρει τη βί­α. Η αν­τι­με­τώ­πι­ση θα πρέ­πει να εί­ναι ά­με­ση και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και η κα­τα­στο­λή ε­πι­βε­βλη­μέ­νη.

Αν­τί για μη­τρι­κό χά­δι, πα­τρι­κή στή­ρι­ξη, φι­λι­κή αγ­κα­λιά, θα α­κι­νη­το­ποι­η­θεί με σχοι­νιά και α­λυ­σί­δες, ψυ­χο­φάρ­μα­κα και συγ­κα­τα­βα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση. Τι συμ­βαί­νει λοι­πόν; Τι εί­ναι πί­σω α­πό ό­λα αυ­τά; Η ψυ­χι­κή δι­α­τα­ρα­χή, η αρ­ρώ­στια, ο σα­τα­νάς;

Ί­σως και ό­λα μα­ζί. Και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­λα ο σα­τα­νάς, που σε έ­να πρό­σφο­ρο έ­δα­φος αν­τι­στρέ­φει θε­α­μα­τι­κά τα πάν­τα. Ο φτω­χός ι­ε­ρέ­ας θα με­τα­τρα­πεί ά­θε­λα του σε μά­γο και δή­μιο. Η δι­α­δι­κα­σί­α του ε­ξορ­κι­σμού θα ε­ξε­λι­χθεί σε καθ-ή­λω­ση βα­σα­νι­σμού, σε σταύ­ρω­ση. Ο χο­ρός των μο­να­χών, με κο­ρυ­φαί­α την κα­λο­κά­γα­θη Μη­τε­ρού­λα, θα α­πο­κτή­σει κί­νη­ση και ρυθ­μό αρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας, ε­νώ τις ι­κε­τή­ρι­ες προ­σευ­χές θα αν­τι­κα­τα­στή­σει η σπου­δή της ε­ξόν­τω­σης του σα­τα­νά στο σώ­μα της φτω­χής Α­λί­να. 

Η α­που­σί­α της αί­σθη­σης Θε­ού, εί­ναι μια δι­ά­χυ­τη αί­σθη­ση ψύ­χους. Η α­που­σί­α της α­γά­πης, θλι­βε­ρή μέ­χρι τέ­λους. Τα πάν­τα στε­ρη­μέ­να πνεύ­μα­τος, νο­ή­μα­τος και ψυ­χής. Η βί­α, η σταύ­ρω­ση, η στέ­ρη­ση φα­γη­τού και νε­ρού κι α­κό­μα το κρύ­ο, η ε­ξα­σθέ­νη­ση, η α­πό­γνω­ση και η τρέ­λα, σαν έ­σχα­τη δι­έ­ξο­δος α­πό τη δαι­μο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κό­σμου μας.

Το τε­λευ­ταί­ο –α­πρό­σφο­ρο- χα­μό­γε­λο πριν α­πό τη λύ­τρω­ση του θα­νά­του, ο τε­λευ­ταί­ος χαι­ρε­τι­σμός της Α­λί­να τη στιγ­μή που περ­νά τα σύ­νο­ρα, εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση του δρά­μα­τος, η δι­καί­ω­ση της έμ­πνευ­σης του σκη­νο­θέ­τη.   

Πέ­ρα ω­στό­σο α­πό τα προ­σω­πι­κά βι­ώ­μα­τα του κα­θε­νός, πέ­ρα α­πό τον θά­να­το που σαν έ­σχα­τη σφρα­γί­δα α­νοί­γει έ­να τε­ρά­στιο κε­νό στις συ­νει­δή­σεις ό­λων, η ζω­ή α­δυ­σώ­πη­τη συ­νε­χί­ζε­ται. 
Η Α­λί­να υ­πήρ­ξε το θύ­μα της α­νε­λέ­η­της αυ­τής θυ­σί­ας, η Βο­ϊ­κί­τσα πα­ρα­μέ­νει η τρα­γι­κή μορ­φή της ι­στο­ρί­α αυ­τής. Σαν έ­νο­χος, α­μέ­το­χος θε­α­τής, πα­ρα­κο­λού­θη­σε τη φί­λη της σε ό­λη την πο­ρεί­α του Γολ­γο­θά της. Ο μό­νος δι­κός της άν­θρω­πος, χά­θη­κε. Και μα­ζί της χά­θη­κε και η εμ­πι­στο­σύ­νη της, στην «οι­κο­γέ­νεια» του Μο­να­στη­ριού.  

Ποι­ος φταί­ει τε­λι­κά; Ο δύ­στυ­χος ι­ε­ρέ­ας, που πε­ρι­δε­ής κά­τω α­πό την πί­ε­ση των ε­ξε­λί­ξε­ων και του πε­ρι­βάλ­λον­τος του, ε­πι­χεί­ρη­σε να εκ­δι­ώ­ξει τον σα­τα­νά α­πό την δαι­μο­νι­σμέ­νη κο­πέ­λα ή η ε­πι­βαλ­λό­με­νη α­πό την κοι­νω­νι­κή κα­θο­δή­γη­ση α­θε­ΐ­α, που στέ­ρη­σε α­πό τον ι­ε­ρέ­α τη δυ­να­τό­τη­τα ου­σι­α­στι­κό­τε­ρης παι­δεί­ας, ό­πως και την ι­κα­νό­τη­τα ορ­θής ε­κτί­μη­σης των γε­γο­νό­των και της δι­κής του πνευ­μα­τι­κό­τη­τας;     

Η ε­ξου­σί­α που α­πο­γυ­μνώ­νει τα ο­ρά­μα­τα α­πό το νό­η­μα τους και α­φή­νει τις α­ξί­ες, ά­δει­ες λέ­ξεις, κε­νούς ή­χους εν­τυ­πώ­σε­ων, ο­δη­γεί τους α­πλούς αν­θρώ­πους στην η­μι­μά­θεια, στη δει­σι­δαι­μο­νί­α και στην τυ­πο­λα­τρεί­α κι αυ­τά, θα με­τα­τρα­πούν σε σω­μα­τι­κή βί­α, ψυ­χο­λο­γι­κό εκ­βια­σμό και έγ­κλη­μα.

Αυ­τή την κοι­νω­νί­α α­πο­τυ­πώ­νει στην ται­νί­α του ο Mungiu, αυ­τή τη ζο­φε­ρή ει­κό­να της πά­λης και των συμ­βι­βα­σμών για ε­πι­βί­ω­ση, σε μια ζω­ή κα­νό­νων και φό­βου, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κή α­νά­τα­ση, ό­ρα­μα, χα­ρά, προ­ο­πτι­κή και φως.

Και α­σφα­λώς σε μια κοι­νω­νί­α χω­ρίς Θε­ό, ευ­θύ­νε­ται το σύ­στη­μα για την ει­κό­να αυ­τή. Για­τί η κοι­νω­νί­α τό­τε, α­πο­τε­λεί­ται α­πό ά­το­μα, α­πό μο­νά­δες χει­ρα­γω­γού­με­νες και κα­τευ­θυ­νό­με­νες α­πό την ε­ξου­σί­α. Σε μια κοι­νω­νί­α ό­μως με αί­σθη­ση Θε­ού, η ευ­θύ­νη α­νή­κει στον κα­θέ­να. Για­τί α­πο­τε­λεί­ται α­πό πρό­σω­πα, α­πό μέ­λη ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γής.

Ο Χρι­στός δεν δί­δα­ξε έ­να κοι­νω­νι­κό σύ­στη­μα δι­και­ο­σύ­νης, ι­σό­τη­τας, κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης και δη­μο­κρα­τί­ας. Δί­δα­ξε και δι­δά­σκει κα­θη­με­ρι­νά, την κα­θα­ρή ει­κό­να του Θε­ού, που ο­φεί­λου­με να ε­πα­να­φέ­ρου­με και να δι­α­τη­ρή­σου­με στο πρό­σω­πο μας. Τη δο­ξα­στι­κή υ­πευ­θυ­νό­τη­τα της ε­λευ­θε­ρί­ας, τη θυ­σι­α­στι­κή προ­σφο­ρά της α­γά­πης και την ευ­χα­ρι­στια­κή προ­σή­νεια της με­τρι­ο­φρο­σύ­νης.

Εί­ναι η δι­δα­σκα­λί­α που ο­λο­κλη­ρώ­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τα.Ό­ποι­ος εν­σω­μα­τώ­σει στο πνεύ­μα του τη δι­δα­σκα­λί­α αυ­τή και προ­σπα­θεί να την ε­φαρ­μό­ζει στη ζω­ή του, βι­ώ­νει την προ­σω­πι­κή του  σχέ­ση με τον Χρι­στό. 
Ό­ποι­ος α­πο­φεύ­γει να δει κα­θα­ρά στη δι­δα­σκα­λί­α αυ­τή το Πρό­σω­πο του Ι­η­σού, αρ­κεί­ται στο να α­σκεί κρι­τι­κή στους ι­ε­ρείς, στην Εκ­κλη­σί­α, στην Ορ­θο­δο­ξί­α και στα μο­να­στή­ρια της, μέ­σα α­πό τα μά­τια της κοι­νω­νί­ας

Μιας κοι­νω­νί­ας, που εί­ναι βου­τηγ­μέ­νη στη λά­σπη. Έ­να πι­τσί­λι­σμα στο παρ­μπρίζ του αυ­το­κι­νή­του, αρ­κεί για να μην βλέ­πεις τί­πο­τα μπρο­στά σου, στη ζω­ή σου, στο μέλ­λον σου. Κι αν κα­θα­ρί­σεις το τζά­μι, πά­λι η ί­δια λά­σπη σε πε­ρι­βάλ­λει. 

Πέ­ρα α­πό τους λό­φους, δεν κρύ­βε­ται κά­ποι­ο μυ­στι­κό. Ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να βρει ε­κεί, κά­τι α­πό ε­αυ­τό του.

Μ. Ψ.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Πίσω από τους λόφους




(
Dupa dealuri) 150΄

Σκηνοθεσία: Cristian Mungiu 

Σενάριο: Cristian Mungiu

Βασισμένο στο βιβλίο ντοκουμέντο της Tatiana Niculescu 

Παίζουν: Cosmia Stratan, Cristina Flutur, Valeriu Andriuta 


Βραβείο σεναρίου και Καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στις δύο πρωταγωνίστριες, στο Φεστιβάλ των Καννών 2012.





Ό
­ταν κά­ποι­ος α­να­ζη­τή­σει να βρεί ται­νί­ες Χρι­στι­α­νι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού, συ­νή­θως πέ­ρα α­πό κά­ποι­ες κλασ­σι­κές δι­ε­θνείς πα­ρα­γω­γές που συ­νή­θως έ­χουν μια κρι­τι­κή μα­τιά πά­νω στις πα­ρεκ­κλί­σεις του Δυ­τι­κού Χρι­στι­α­νι­σμού (π.χ. «Η α­πο­στο­λή», «Το τρί­το θαύ­μα», «Τα φαν­τά­σμα­τα του Γκό­για»), θα βρει μό­νο στρα­τευ­μέ­νες ται­νί­ες α­πό Α­με­ρι­κα­νι­κές Προ­τε­σταν­τι­κές ο­μο­λο­γί­ες, που συ­νή­θως έ­χουν έν­το­να κη­ρυγ­μα­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο.

Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, κα­θώς η Ρω­σί­α ε­πέ­στρε­ψε στον ε­λεύ­θε­ρο κό­σμο και ο Χρι­στι­α­νι­σμός έ­πα­ψε να δι­ώ­κε­ται, εί­χα­με την ευ­και­ρί­α να δού­με κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κά ση­μαν­τι­κές ται­νί­ες α­πό την με­γά­λη αυ­τή χώ­ρα, ό­πως το «Νη­σί», τον «Ι­ε­ρέ­α», τον «Τσά­ρο» κ.ά. Στις ται­νί­ες αυ­τές, εί­χα­με τον συν­δυα­σμό της καλ­λι­τε­χνι­κής σκη­νο­θε­τι­κής προ­σέγ­γι­σης σε Ορ­θό­δο­ξες α­φη­γή­σεις, έ­τσι που να μην έ­χου­με την αί­σθη­ση ό­τι βλέ­που­με στρα­τευ­μέ­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο, αλ­λά ι­στο­ρί­ες βγαλ­μέ­νες μέ­σα α­πό μια Χρι­στι­α­νι­κή μα­τιά.

Ο ρό­λος της τέ­χνης, εί­ναι να τα­ρα­κου­νά­ει τον θε­α­τή και να τον κά­νει να θυ­μά­ται την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κό­σμου τού­του. Α­νά­με­σα α­πό τις ε­κα­τον­τά­δες «πλα­στι­κές» ται­νί­ες - υ­πνω­τι­κά του εμ­πο­ρι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου και της μα­ζι­κής τη­λε­ο­πτι­κής δι­α­σκέ­δα­σης,, η α­λη­θι­νή τέ­χνη υ­πο­δει­κνύ­ει τα πραγ­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα της ζω­ής, που βέ­βαι­α δεν ε­ξαν­τλούν­ται στα οι­κο­νο­μι­κά μέ­τρα. Δεν εί­ναι δου­λειά του καλ­λι­τέ­χνη να προ­τεί­νει λύ­σεις, αλ­λά να θυ­μί­σει, αυ­τό που ό­λοι θέ­λου­με να ξε­χά­σου­με. Ας θυ­μη­θού­με για πα­ρά­δειγ­μα τον με­γά­λο Ίν­γκμαρ Μπέρ­γκμαν που ο ί­διος δεν μπό­ρε­σε να λύ­σει τα ζη­τή­μα­τα που τα­λά­νι­σαν την α­να­ζή­τη­σή του – πί­στη, θε­ός, θά­να­τος, προ­σω­πι­κές σχέ­σεις - , αλ­λά που πρό­σφε­ρε την δυ­να­τό­τη­τα σε χι­λιά­δες αν­θρώ­πους να μοι­ρα­στούν μα­ζί του την υ­παρ­ξια­κή του α­γω­νί­α και να α­φυ­πνι­στούν. 

Ό­ταν βέ­βαι­α, ο καλ­λι­τέ­χνης έ­χει ο­δη­γη­θεί σε δρό­μο α­λη­θεί­ας, τό­τε η τέ­χνη φω­τί­ζει και την ελ­πί­δα, για να θυ­μη­θού­με την υ­πέ­ρο­χη «Θυ­σί­α» του Ταρ­κόφ­σκυ. Ό­μως, α­λλοί­μο­νο αν πε­ρι­μέ­νου­με να δού­με Χρι­στι­α­νι­κά μό­νο δη­μι­ουρ­γή­μα­τα για να α­πο­λαύ­σου­με την τέ­χνη. Θα πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε, τό­τε,  μό­νο σε στρα­τευ­μέ­νες ται­νί­ες, ό­που ὀ­μως πολ­λές φο­ρές εί­ναι ά­χα­ρες καλ­λι­τε­χνι­κά.

* * *

Η βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α «Πίσω α­πό τους λό­φους» (După dealuri), του Ρου­μά­νου σκη­νο­θέ­τη Christian Mungiu, μας πα­ρου­σιά­ζει την σκο­τει­νή πλευ­ρά της Ορ­θό­δο­ξης θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας. Ό­χι για­τί ο σκη­νο­θέ­της θέ­λει να πο­λε­μή­σει την Εκ­κλη­σί­α, αλ­λά για­τί μέ­σα στο ζο­φε­ρό το­πί­ο της δύ­σκο­λης με­τα-Τσα­ου­σέ­σκου ε­πο­χής, προ­σπα­θεί να α­να­δεί­ξει τα προ­βλή­μα­τα που α­πα­σχο­λούν τον τό­πο του.

Το δι­α­πι­στώ­σα­με αυ­τό με την συγ­κλο­νι­στι­κή και ζο­φε­ρή προ­η­γού­με­νη ται­νί­α του «4 Μή­νες, 3 Ε­βδο­μά­δες και 2 Η­μέ­ρες» (Χρυ­σός Φοί­νι­κας και βρα­βεί­ο FIPRESCI στις Κάν­νες το 2007), που α­να­φε­ρό­ταν στην θλι­βε­ρή ε­πο­χή του Τσα­ου­σέ­σκου.

Το «Πίσω α­πό τους λό­φους» εί­ναι εμ­πνευ­σμέ­νο α­πό πραγ­μα­τι­κά (δυ­στυ­χώς) γε­γο­νό­τα, που πε­ρι­γρά­φον­ται στο βι­βλί­ο τής Tatiana Bran Niculescu, για την πε­ρί­πτω­ση μιας νε­α­ρής κο­πέ­λας που πέ­θα­νε το 2005 στην Μολ­δα­βί­α, κα­τά την διά­ρκεια ε­ξορ­κι­σμού σ’­ έ­να Ορ­θό­δο­ξο Μο­να­στή­ρι.

Ο Mungiu, προ­σεγ­γί­ζει το θέ­μα με σε­βα­σμό. Κι­νη­μα­το­γρα­φεί τους ή­ρω­ές του στα­τι­κά, σε πλά­να σκη­νές, οι πρω­τα­γω­νι­στές σε πρώ­το - δεύ­τε­ρο πλά­νο γε­μί­ζουν την ο­θό­νη. Ο άν­θρω­πος στο προ­σκή­νιο, αλ­λά δε­μέ­νος στην τυ­φλό­τη­τα της ύ­παρ­ξής του. Ο ε­σω­τε­ρι­κός ρυθ­μός γρή­γο­ρος, το τέμ­πο του έντονο, ζω­γρα­φί­ζει την αν­θρώ­πι­νη θλί­ψη. Ο σκη­νο­θέ­της α­πο­φεύ­γει να στή­σει ποι­η­τι­κά πλά­να. Ού­τε μια λή­ψη μα­γευ­τι­κή της φύ­σης, καμ­μί­α ποι­η­τι­κή προ­σέγ­γι­ση στην ει­κό­να. Ρε­α­λι­σμός ου­δέ­τε­ρος, χω­ρίς φόρ­τι­ση για δα­κρύ­βρε­χτο με­λό - εί­ναι ο θε­α­τής που θα χρω­μα­τί­σει το δη­μι­ούρ­γη­μα.

Από την αρ­χή σχε­δόν της ται­νί­ας, με­τα­φε­ρό­μα­στε στα ά­δυ­τα ε­νός μι­κρού φτω­χι­κού μο­να­στη­ριού που βρί­σκε­ται «πίσω α­πό τους λό­φους», πά­νω α­πό την κον­τι­νή πό­λη. Έ­νας ζη­λω­τής πνευ­μα­τι­κός και με­ρι­κές μο­να­χές ζουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της μο­να­στι­κής ζω­ής, ό­πως χι­λιά­δες άλ­λοι σ’ ό­λη την Ορ­θο­δο­ξί­α. Κά­ποι­ες από αυτές έ­χουν κα­τα­φύ­γει ε­κεί α­πό λό­γους α­νάγ­κης - α­πό φτώ­χεια ή για λόγους σύ­ζυ­γι­κής βί­ας, όπως συνέβαινε παλιότερα και στον τόπο μας. Μα­ζί τους και η­  δό­κι­μη Voichita, που με­γά­λω­σε στο κον­τι­νό Ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο, μέ­σα σε ένα περιβάλλον άθλιότητας. Κά­τω α­πό συν­θή­κες που δεν δι­ευ­κρι­νί­ζον­ται, κά­ποι­α στιγ­μή η κο­πέ­λα α­πο­φά­σι­σε να γί­νει μο­να­χή και να ζή­σει βί­ο α­σκη­τι­κό.

Η μο­να­στι­κή η­ρε­μί­α θα δι­α­τα­ρα­χτεί α­πό την ά­φι­ξη της Αlina, που με­γά­λω­σε μα­ζί με την Voichita στο ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο. Οι δυ­ό κο­πέ­λες, ι­δι­αί­τε­ρα συν­δε­δε­μέ­νες τα δύ­σκο­λα χρό­νια του α­σύ­λου, έ­χουν έ­ναν ι­δι­αί­τε­ρο σύν­δε­σμο. Η Alina, θα αρ­χί­σει να πι­έ­ζει την φί­λη της να φύ­γουν για την Γερ­μα­νί­α,  αλ­λά πριν κα­τα­λή­ξουν σε μια α­πό­φα­ση, θα εκ­δη­λώ­σει κρί­ση υ­στε­ρί­ας. Κι αυ­τό θα πυ­ρο­δο­τή­σει μια σει­ρά α­πό γε­γο­νό­τα που θα δη­μι­ουρ­γή­σουν με­γά­λη ένταση στο μο­να­στή­ρι. Η α­δελ­φό­τη­τα ο­χυ­ρω­μέ­νη πί­σω α­πό μί­α στα­τι­κή αλλά και δεισιδαιμονική θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, θα προ­σκολ­λη­θεί στο γράμ­μα του νό­μου και θα πε­ρι­πλέ­ξει την κα­τά­στα­ση, πυ­ρο­δο­τών­τας μια α­πρό­σμε­νη ε­ξέ­λι­ξη, ενώ παράλληλα, θέ­μα­τα ό­πως το προ­βλη­μα­τι­κό σύ­στη­μα υ­γεί­ας, η φτώ­χεια, η θλί­ψη των ορ­φα­νο­τρο­φεί­ων, η μο­να­ξιά και η χω­ρίς φτι­α­σί­δια σύγ­χρο­νη μί­ζε­ρη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, θα α­να­δει­χτούν στο φον­το της ι­στο­ρί­ας.

Ο σκη­νο­θέ­της πα­ρου­σιά­ζει την ζω­ή ε­νός πα­ρα­δο­σια­κού Ορ­θό­δο­ξου μο­να­χι­σμού κι ό­χι μιας α­κραί­ας ζη­λω­τι­κής κα­ρι­κα­τού­ρας, σε μια χώ­ρα που οι άν­θρω­ποι δι­α­τη­ρούν την πατροπαράδοτη ευ­σέ­βεια. Ό­μως,  ξέ­ρου­με κα­λά, πως στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ό­λα εί­ναι ζή­τη­μα ερ­μη­νεί­ας. Το αν θα προ­σεγ­γί­σου­με τον άν­θρω­πο μέ­σα α­πό την α­γά­πη ή τον νό­μο, το αν θα πλανηθούμε να πιστέψουμε ό­τι δήθεν κα­τέ­χου­με την χά­ρη του Θε­ού για να νικάμε τους δαίμονες ή θα ζη­τά­με το έ­λε­ός του. Το αν η ε­ξο­μο­λο­γη­ση θα λει­τουρ­γεί ως ζω­ο­ποι­ός σω­τη­ρί­α ή ως δι­α­δι­κα­σί­α ε­ξου­σι­α­στι­κή, το αν ο μο­να­στι­κός κα­νό­νας εί­ναι τρό­πος που δι­ευ­κο­λύ­νει την προ­σευ­χή ή ψυχικός κα­τα­ναγ­κα­σμός. Ό­λα αυ­τά κα­θο­ρί­ζουν τον τρό­πο που βλέ­που­με τον Χρι­στό και το κατά πόσον αυ­τή η σχέ­ση φέρ­νει χα­ρά και ευ­χα­ρι­στί­α στην ζω­ή, ή έ­ναν αρ­νη­τι­σμό και μια μί­ζε­ρη αν­τί­λη­ψη του βί­ου. Επίσης, αν η ψυ­χι­κή νό­σος αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με ε­ξορ­κι­σμούς ή με συν­δυα­σμό της πα­ρα­δο­σια­κής ι­α­τρι­κής και με προ­σευ­χητική αγάπη για τον πά­σχον­τα.

Ό­ταν υ­πε­ρε­κτι­μού­με τις δυ­νά­μεις μας, πα­ρα­μο­νεύ­ει πάν­τα ο κίν­δυ­νος της δαι­μο­νι­κής έ­παρ­σης. Γέμουν τα γε­ρον­τι­κά α­πό ι­στο­ρί­ες μο­να­χών που πί­στε­ψαν ό­τι εί­χαν α­γιά­σει και πή­δη­ξαν στο κε­νό, και η εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α α­πό περιπτώσεις χα­ρι­σμα­τι­κών αν­θρώ­πους που έ­γι­ναν αι­ρε­τι­κοί α­πό τον μω­ρό ζή­λο.

Η ται­νί­α του Mungiu προ­κα­λεί προ­βλη­μα­τι­σμό σε πολ­λά ε­πί­πε­δα. Εί­ναι ζο­φε­ρή, για­τί εί­ναι ο κό­σμος τού­τος ζο­φε­ρός, αφού ό­πως εί­πε ο Χρι­στός, «άρ­χον­τάς του εί­ναι ο σα­τα­νάς». Δεν προ­τεί­νει λύ­σεις, ού­τε δι­έ­ξο­δο α­πό το σκο­τά­δι. Ό­λοι οι άν­θρω­ποι, εν­τός και ε­κτός εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι πα­ρα­δο­μέ­νοι στα πά­θη τους, στις θλί­ψεις, στην δει­σι­δαι­μο­νί­α, στο πε­πρω­μέ­νο. Η Ρου­μα­νί­α με την φτώ­χεια της και το φρι­κτό πα­ρελ­θόν, μοιά­ζει να μην έ­χει ελ­πί­δα, μα­ζί κι ο κό­σμος ό­λος.

Μο­να­δι­κή μας ελ­πί­δα, η με­τά­νοι­α στον Θε­ό της α­γά­πης, τον σταυ­ρω­μέ­νο και α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, στην ζω­ή της χα­ράς και της ευ­χα­ρι­στί­ας.


π. Χ.Μ.