Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Fire Proof [USA – 2008]




 
Με την ε­ξαι­ρε­τι­κή σκη­νο­θε­σί­α του (βαπτιστή πάστορα) Alex Kendrick και γυ­ρι­σμέ­νη με κό­στος 500.000 δο­λά­ρια, α­πό την ε­ται­ρί­α Sherwood (της Εκ­κλη­σί­ας των Βα­πτι­στών του Albany της Γε­ωρ­γί­ας των ΗΠΑ), η ται­νί­α “Fire Proof”, α­πέ­φε­ρε κέρ­δη πά­νω α­πό 33.000.000 δο­λά­ρια. Το γε­γο­νός αυ­τό και μό­νο, δεί­χνει τη θερ­μή αν­τα­πό­κρι­ση του κό­σμου σε μια δη­μι­ουρ­γί­α, που προ­σφέ­ρει στον θε­α­τή πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­π’ ό,τι α­πό μια α­πλή δι­δα­κτι­κή ι­στο­ρί­α κι έ­νας πρω­τό­τυ­πος πρα­κτι­κός ο­δη­γός Α­γά­πης.

Κεν­τρι­κό πρό­σω­πο της ται­νί­ας, ο Caleb Holt [Kirk Cameron], Αρ­χη­γός της Πυ­ρο­σβε­στι­κής Ο­μά­δας της πε­ρι­ο­χής του, νέ­ος, ε­πι­τυ­χη­μέ­νος, ευ­συ­νεί­δη­τος και δυ­να­μι­κός. Ό­λοι οι συ­νερ­γά­τες του τον ε­κτι­μούν και τον σέ­βον­ται για την υ­πευ­θυ­νό­τη­τα και τις ι­κα­νό­τη­τες του. Πα­λεύ­ουν μα­ζί του με τη φω­τιά, σώ­ζουν ζω­ές, προ­στα­τεύ­ουν πε­ρι­ου­σί­ες. Με συν­το­νι­σμέ­νες κι­νή­σεις, με αυ­το­πε­ποί­θη­ση κι α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα. Πολ­λές φο­ρές και με η­ρω­ι­σμό.



Ό­μως, πό­σο ν’ αν­τέ­ξει κα­νείς την έν­τα­ση μιας τέ­τοι­ας ζω­ής, ό­ταν δεν έ­χει την α­πο­δο­χή της ί­διας της γυ­ναί­κας του; Τι να πε­ρι­σώ­σει α­πό τον ε­αυ­τό του, που δι­χά­ζε­ται μό­λις ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι του; Κι ό­ταν α­κό­μα θα έ­χει αν­τι­με­τω­πί­σει την πυρ­κα­γιά του ε­γω­ι­σμού του, πως να κα­τα­σι­γά­σει στη συ­νέ­χεια τη φλό­γα που πυ­ρώ­νει τη συ­νεί­δη­ση του και το ε­πα­να­στα­τη­μέ­νο πνεύ­μα του; 

Η γυ­ναί­κα του
Catherine [Erin Bethea], υ­πήρ­ξε για έ­να δι­ά­στη­μα ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρος άν­θρω­πος στη ζω­ή του Κά­λεμπ. Τι άλ­λα­ξε α­πό τό­τε; Πως γλί­στρη­σε η ευ­τυ­χί­α μέ­σα α­πό τα χέ­ρια του; Ε­κεί­νη τον α­γνο­εί υ­πε­ρο­πτι­κά, τον κα­τη­γο­ρεί σε κά­θε ευ­και­ρί­α, α­πορ­ρί­πτει τις ε­νέρ­γει­ες, τις προ­θέ­σεις και τα ό­νει­ρα του. Κι ε­κεί­νος, με πλη­γω­μέ­νη την υ­πε­ρη­φά­νεια του, με θιγ­μέ­νη την αν­δρι­κή του α­ξι­ο­πρέ­πεια, με­τά α­πό κά­θε σύγ­κρου­ση που ε­πι­τεί­νει την αν­τι­πα­λό­τη­τα τους, α­πο­σύ­ρε­ται στο κομ­πι­ού­τερ του για να κα­τα­στεί­λει την ε­σω­τε­ρι­κή του τα­ρα­χή.



Κά­ποι­α στιγ­μή η κρί­ση στη σχέ­ση τους κο­ρυ­φώ­νε­ται. Ο Κά­λεμπ, εκ­προ­σω­πών­τας ό­λους τους άν­δρες που φθά­νουν στα ό­ρια της α­νο­χής και της αν­το­χής τους, ό­ταν ο γά­μος τους εί­ναι φα­νε­ρό πως α­πέ­τυ­χε, παίρ­νει την ο­ρι­στι­κή του α­πό­φα­ση. Το δι­α­ζύ­γιο εί­ναι η μό­νη λύ­ση για να ξα­να­βρεί τον ε­αυ­τό του, την η­ρε­μί­α του, να κυ­νη­γή­σει α­πε­ρί­σπα­στος τις φι­λο­δο­ξί­ες του, να δη­μι­ουρ­γή­σει, να αι­σθαν­θεί ε­λεύ­θε­ρος α­πό το βά­ρος των ε­πι­κρί­σε­ων της που του φθεί­ρει τη ζω­ή. 

«Πο­τέ δεν α­φή­νου­με συ­νά­δελ­φο πί­σω», εί­ναι το α­ξί­ω­μα που ο­φεί­λει να θυ­μά­ται και να ε­φαρ­μό­ζει πάν­το­τε έ­νας πυ­ρο­σβέ­στης, αν­τι­με­τω­πί­ζον­τας μια πυρ­κα­γιά. Ό­μως στην πυρ­κα­γιά της σχέ­σης τους που α­φα­νί­ζει τα κοι­νά ό­νει­ρα, τα α­μοι­βαί­α αι­σθή­μα­τα, τη συν­τρο­φι­κό­τη­τα του γά­μου και τη στοι­χει­ώ­δη ε­πι­κοι­νω­νί­α α­κό­μα με­τα­ξύ τους, έ­χουν πά­ψει πια να λει­τουρ­γούν σαν ο­μά­δα, ο κα­θέ­νας α­φή­νει τις μι­κρές α­να­μνή­σεις του να δι­α­λύ­ον­ται σε στά­χτες και α­πο­κα­ΐ­δια, ο­χυ­ρώ­νε­ται στην πυ­ράν­το­χη στο­λή του ε­γω­ι­σμού του, α­δι­α­φο­ρών­τας για την τύ­χη του άλ­λου. Το δι­α­ζύ­γιο εί­ναι α­να­πό­φευ­κτο. 

Ε­νη­με­ρώ­νει τους γο­νείς του για την α­πό­φα­ση του και έκ­πλη­κτος μα­θαί­νει α­πό τον πα­τέ­ρα του, ό­τι σε πα­ρό­μοι­ο ση­μεί­ο εί­χαν φθά­σει κι ε­κεί­νοι πριν α­πό χρό­νια και αν σώ­θη­κε ο γά­μος τους και ζουν μέ­χρι τώ­ρα α­γα­πη­μέ­νοι, το ο­φεί­λουν στο ό­τι δέ­χθη­καν τον Χρι­στό στην καρ­διά τους μέ­σα α­πό έ­να πρό­γραμ­μα με ο­δη­γί­ες, μί­α την η­μέ­ρα, που θα πρέ­πει να ε­φαρ­μό­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά ε­πί 40 μέ­ρες. Για το χα­τί­ρι του πα­τέ­ρα του, υ­πό­σχε­ται ό­τι θα α­κο­λου­θή­σει κι ε­κεί­νος της ο­δη­γί­ες του προ­γράμ­μα­τος “Τολ­μή­στε την Α­γά­πη” – “Love Dare”, α­να­βάλ­λον­τας για το δι­ά­στη­μα αυ­τό, κά­θε δι­κή του ε­νέρ­γεια αν­τί­θε­τη με τις ο­δη­γί­ες της η­μέ­ρας. Αν και θε­ω­ρεί βέ­βαι­η την α­πο­τυ­χί­α της προ­σπά­θειας του, εί­ναι α­πο­φα­σι­σμέ­νος να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση του.
Ί­σως η συγ­κα­τά­θε­ση αυ­τή του Κά­λεμπ, να α­πο­τε­λεί και δείγ­μα της κα­λής προ­αί­ρε­σης του, να προ­σπα­θή­σει να σώ­σει τον γά­μο του. Συ­νή­θως τα παι­διά και ι­δι­αί­τε­ρα τα α­γό­ρια, αμ­φι­σβη­τούν την ι­κα­νό­τη­τα του πα­τέ­ρα τους να τα συμ­βου­λεύ­σει σω­στά και προ­τι­μούν να α­πο­δεί­ξουν, τό­σο στον ε­αυ­τό τους ό­σο και στο πα­τέ­ρα τους, δι­α­κιν­δυ­νεύ­ον­τας ί­σως μια α­πο­τυ­χί­α, την ορ­θό­τη­τα της δι­κής τους κρί­σης. Ό­μως πο­τέ δεν θα υ­πάρ­ξει άν­θρω­πος που θα πο­νέ­σει την α­στο­χί­α, τη μο­να­ξιά και τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­πο­μά­κρυν­ση των παι­δι­ών, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους γο­νείς και έ­νας πα­τέ­ρας, πάν­το­τε έ­χει με πολ­λή α­γά­πη, στορ­γι­κά φυ­λαγ­μέ­νες για τον γιο του τις εμ­πει­ρί­ες της ζω­ής του, για τη στιγ­μή που ε­κεί­νος θα τις χρεια­σθεί.      
    
Ο Κά­λεμπ έ­χει μια ξε­κά­θα­ρη σχέ­ση με τον πα­τέ­ρα του και α­νοι­κτή την καρ­διά του να δε­χθεί με ει­λι­κρί­νεια τις υ­πο­δεί­ξεις του.
Οι πρώ­τες μέ­ρες του ο­δη­γού Α­γά­πης αρ­χί­ζουν με α­πλές εν­το­λές, που ό­μως μοιά­ζουν δύ­σκο­λες στην ε­φαρ­μο­γή τους, προ­σκρού­ον­τας στον ε­γω­ι­σμό και στη δυ­σπι­στί­α και των δυ­ο τους.. 

[1η η­μέ­ρα] – “Μην πεις τί­πο­τα το αρ­νη­τι­κό”, [2η] – “Κά­νε μια α­πρό­σμε­νη κί­νη­ση κα­λής θέ­λη­σης”, [3η] – “Α­γό­ρα­σε και πρό­σφε­ρε της κά­τι, να δει ό­τι την σκέ­φτη­κες”, [4η] – “Δεί­ξε της λί­γο εν­δι­α­φέ­ρον, ρώ­τη­σε την αν χρει­ά­ζε­ται κά­τι”.

Κά­θε μέ­ρα μια και­νούρ­για ε­νέρ­γεια, κά­θε μέ­ρα έ­να ε­πι­πλέ­ον πλη­σί­α­σμα ή μάλ­λον μια α­κό­μα α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια για πλη­σί­α­σμα. Και εί­ναι φυ­σι­κό. Για­τί υ­πάρ­χουν κά­ποι­ες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές δι­α­φο­ρές α­νά­με­σα στους άν­δρες και τις γυ­ναί­κες. Ό­ταν έ­νας άν­τρας έ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, θέ­λει να μεί­νει μό­νος, να συγ­κεν­τρω­θεί στον ε­αυ­τό του, να σκε­φτεί α­πε­ρί­σπα­στος, να α­να­ζη­τή­σει βα­θιά μέ­σα του τη λύ­ση στο πρό­βλη­μα του. Μια γυ­ναί­κα θέ­λει κά­ποι­ον να του μι­λή­σει, να α­να­λύ­σει το πρό­βλη­μα της, να μοι­ρα­στεί τη φόρ­τι­ση της, να αι­σθαν­θεί συν­τρο­φι­κό­τη­τα την ώ­ρα της α­πό­γνω­σης της. Και πάν­το­τε υ­πάρ­χουν οι πρό­θυ­μες φί­λες να παί­ξουν τον ρό­λο αυ­τό, για την κά­θε μια τους. Δεν α­να­ζη­τά η γυ­ναί­κα μια α­πάν­τη­ση, μια λύ­ση. Εκ­φρά­ζον­τας το πρό­βλη­μα της, το συ­νει­δη­το­ποι­εί κα­λύ­τε­ρα και κα­τα­λή­γει στα δι­κά της συμ­πε­ρά­σμα­τα, που φυ­σι­κά ε­πη­ρε­ά­ζουν οι φί­λες με τις πα­ρα­τη­ρή­σεις τους. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι να κλεί­νε­ται ερ­μη­τι­κά, να ο­χυ­ρώ­νε­ται σε μια σφι­χτή ά­μυ­να, πε­ρι­μέ­νον­τας την ε­πό­με­νη κί­νη­ση του αν­τι­πά­λου. Η ε­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα και η δυ­σπι­στί­α της Κά­θριν, εί­ναι οι ά­μυ­νες της.

Α­πό την πλευ­ρά του ο Κά­λεμπ, αν και γνω­ρί­ζει πως οι ε­νέρ­γει­ες του εί­ναι προς τη σω­στή κα­τεύ­θυν­ση, δυ­σπι­στεί και ο ί­διος στις προ­σπά­θει­ες του αυ­τές. Ε­πι­δι­ώ­κει το πλη­σί­α­σμα της Κά­θριν α­κο­λου­θών­τας τις κα­θη­με­ρι­νές ο­δη­γί­ες, αλ­λά μό­νο για να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση που έ­δω­σε στον πα­τέ­ρα του. Προ­σπα­θεί να προ­βάλ­λει εν­δι­α­φέ­ρον και δι­ά­θε­ση ε­πα­να­σύν­δε­σης, αλ­λά η στα­θε­ρά αρ­νη­τι­κή στά­ση της γυ­ναί­κας του τον ε­ξορ­γί­ζει και οι ε­λά­χι­στες ελ­πί­δες που βα­σί­ζει στην αλ­λα­γή της συμ­πε­ρι­φο­ράς του α­πέ­ναν­τι της, μει­ώ­νον­ται κά­θε μέ­ρα.

[16η μέ­ρα] – “Προ­σευ­χή­σου για κεί­νη”. Οι εν­το­λές γί­νον­ται ου­σι­α­στι­κό­τε­ρες. Πό­σον και­ρό εί­χε να προ­σευ­χη­θεί; Προ­σπα­θεί να κα­τα­στεί­λει την αν­τί­θε­ση του ε­γω­ι­σμού του, να πα­ρα­κα­λέ­σει για βο­ή­θεια, να ε­πε­κτεί­νει τις σκέ­ψεις του για ε­πα­να­σύν­δε­ση σε πραγ­μα­τι­κή α­πο­δο­χή, να ξυ­πνή­σει μέ­σα του την α­γά­πη. 

[17η] – “Πρό­σε­χε τι λέ­ει, ό­ταν σου μι­λά”, [18η] – “Με­λέ­τη­σε την κα­λύ­τε­ρα, τι θέ­λει, τι της α­ρέ­σει”...

Να την προ­σέ­ξει; Να την με­λε­τή­σει; Τώ­ρα που ο γά­μος τους θα έ­πρε­πε να α­πο­δί­δει καρ­πούς α­γά­πης και δη­μι­ουρ­γί­ας; Εί­ναι λυ­πη­ρό, τι εί­δους σχέ­σεις δη­μι­ουρ­γούν τα ζευ­γά­ρια στην πλει­ο­νό­τη­τα τους. Ε­πι­δερ­μι­κές, ε­πι­πό­λαι­ες, α­νό­σι­ες και α­νού­σι­ες. Κε­νές.

Η σχέ­ση α­νά­με­σα σε δύ­ο «πρό­σω­πα», πρέ­πει πρώ­τα και πά­νω α­π’ ό­λα, να εί­ναι σχέ­ση κοι­νω­νί­ας. Και η σχέ­ση α­νά­με­σα σε έ­ναν άν­δρα και μια γυ­ναί­κα, η μό­νη ου­σι­α­στι­κή σχέ­ση, να εί­ναι σχέ­ση κοι­νω­νί­ας γά­μου. Μια έ­νω­ση ευ­λο­γη­μέ­νη α­πό τον Θε­ό, ι­κα­νή να αν­τέ­χει την ευ­τυ­χί­α και να α­πο­σβέ­νει τις αν­τι­ξο­ό­τη­τες, μια σχέ­ση βα­θιά προ­σω­πι­κή, με βά­σεις πνευ­μα­τι­κές, α­γά­πη, σε­βα­σμό, με­τρι­ο­πά­θεια και πί­στη. Μια έ­νω­ση, ό­χι ευ­και­ρια­κή, ε­γω­κεν­τρι­κή, α­προ­σα­να­τό­λι­στη, κο­σμι­κή, συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κή, που στην πρώ­τη δο­κι­μα­σί­α δέ­χε­ται τη ρή­ξη σαν δι­έ­ξο­δο, τη δι­ά­λυ­ση σαν πα­ρε­πό­με­νο, το δι­α­ζύ­γιο σαν συμ­βι­βα­σμό, α­πο­δο­χή κι ε­πι­βε­βαί­ω­ση της ελ­λειμ­μα­τι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τας.  

Να εί­ναι μια έ­νω­ση α­πό­λυ­τη, μο­να­δι­κή και για ό­λη τη ζω­ή.

Ό­μως το πνεύ­μα, ό­ταν δεν έ­χει α­πό πού να κρα­τη­θεί, χά­νε­ται σε μια πο­ρεί­α χω­ρίς προ­ο­ρι­σμό. Ό­ταν δεν τρέ­φε­ται με στό­χους, αι­σθή­μα­τα και ι­δέ­ες, βυ­θί­ζε­ται στην α­νί­α, α­κο­λου­θεί το έν­στι­κτο και στην κα­λύ­τε­ρη εκ­δο­χή, συμ­βι­βά­ζε­ται σε έ­να ρό­λο α­μέ­το­χου πα­ρα­τη­ρη­τή και υ­πο­βι­βά­ζει τη δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα του σε α­πα­σχό­λη­ση και τη δι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα του σε ε­πι­φα­νεια­κούς πλα­τεια­σμούς. Κα­μιά θε­ω­ρί­α ή συμ­βου­λή δεν ε­παρ­κεί για να α­να­τρέ­ψει μια τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση. Τα λό­για μέ­χρι να μορ­φο­ποι­η­θούν σε έρ­γα, χά­νουν τη δύ­να­μη τους. Ο ο­δη­γός «Τολ­μή­στε την Α­γά­πη» ω­στό­σο, σαν μια σύγ­χρο­νη ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δος, εί­ναι πρά­ξη, ά­με­ση ε­φαρ­μο­γή, χω­ρίς χρο­νο­βό­ρες ψυ­χο­δυ­να­μι­κές α­να­λύ­σεις και α­να­δρο­μές. Οι εν­το­λές προ­ά­γουν πα­ράλ­λη­λα δυ­ο ά­ξο­νες. Προ­ο­δευ­τι­κή αύ­ξη­ση των μη­νυ­μά­των και εκ­δη­λώ­σε­ων α­γά­πης και αν­τί­στοι­χα προ­ο­δευ­τι­κή μεί­ω­ση και α­πο­δυ­νά­μω­ση των σω­ρευ­μέ­νων αν­τι­θέ­σε­ων και αν­τι­στά­σε­ων. Ό­χι τό­σο σ’ αυ­τόν που ε­πι­δι­ώ­κεις να πλη­σιά­σεις με τις εκ­δη­λώ­σεις σου, ό­σο σε σέ­να που ε­φαρ­μό­ζεις τις ο­δη­γί­ες. 

Ο Κά­λεμπ μέ­ρα με τη μέ­ρα, ε­νερ­γών­τας προς την κα­τεύ­θυν­ση της Κά­θριν, ε­πη­ρε­ά­ζε­ται α­συ­νεί­δη­τα ο ί­διος, εκ­παι­δεύ­ε­ται στο ν’ α­γα­πά. Πε­ρι­μέ­νει να δει α­πο­τε­λέ­σμα­τα στη συμ­πε­ρι­φο­ρά της Κά­θριν και δεν αν­τι­λαμ­βά­νε­ται τις αλ­λα­γές που γί­νον­ται στον ί­διο. Αρ­γό­τε­ρα θα αν­τι­λη­φθεί, πως οι αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις και ο κό­σμος ο­λό­κλη­ρος μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν, μό­νο ό­ταν αλ­λά­ζου­με ε­μείς τον ε­αυ­τό μας. 

[19η μέ­ρα] – “Ε­τοί­μα­σε της μια έκ­πλη­ξη, κά­τι ι­δι­αί­τε­ρο, κά­τι ξε­χω­ρι­στό.”
Έ­να δεί­πνο στο σπί­τι με κε­ριά, με­τά α­πό μια κου­ρα­στι­κή μέ­ρα δου­λειάς, θα εί­ναι ό­τι πρέ­πει. Προ­ε­τοι­μα­σί­ες, κα­λο­στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι με πολ­λή φρον­τί­δα, ζε­στή α­τμό­σφαι­ρα που χα­λα­ρώ­νει, δι­α­κρι­τι­κό η­μί­φως που υ­πό­σχε­ται. Σή­με­ρα, ο Κά­λεμπ συμ­με­τέ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο στην ε­φαρ­μο­γή των ο­δη­γι­ών. Σκέ­φτε­ται την Κά­θριν, την προ­ο­πτι­κή ε­πα­να­σύν­δε­σης τους. Το μή­νυ­μα του εί­ναι πια ξε­κά­θα­ρο. Η προσ­δο­κί­α του τον κά­νει ν’ α­δη­μο­νεί.
Λά­θος του. Πι­κρή α­πο­γο­ή­τευ­ση και πά­λι. Κα­μιά αν­τα­πό­κρι­ση. Δυ­σπι­στί­α, προ­βλη­μα­τι­σμός, α­πο­μά­κρυν­ση.
Δεν πά­ει άλ­λο. Εί­ναι πε­ριτ­τή πια κά­θε προ­σπά­θεια. Πο­τέ δεν θα ται­ριά­ξουν τις δι­α­φο­ρές τους, σαν α­λά­τι και πι­πέ­ρι, στο ί­διο σετ. Εί­ναι μά­ται­ο να ε­πι­μέ­νει σε μια χα­μέ­νη υ­πό­θε­ση. Δεν υ­πάρ­χει ε­πι­στρο­φή.
Η συ­νάν­τη­ση με τον πα­τέ­ρα του εί­ναι σύν­το­μη και μου­δι­α­σμέ­νη. Λί­γα λό­για.
Η ε­κλε­πτυ­σμέ­νη ψυ­χή του, χω­ρίς θυ­μό α­πό την α­πόρ­ρι­ψη, αλ­λά με πο­λύ πό­νο.

Χρι­στέ μου!
Ε­σω­τε­ρι­κή α­να­ζή­τη­ση, βα­θιά, κά­θε­τη, α­πο­γυ­μνω­μέ­νη α­πό ε­πι­θυ­μί­ες.
Η σκλη­ρή α­λή­θεια α­στρά­φτει ξαφ­νι­κά στο μυα­λό του και τον κα­τα­κε­ραυ­νώ­νει. Σαν α­στρα­πή που φω­τί­ζει τα πάν­τα, χω­ρίς να σβή­νει. Α­να­φέ­ρε­ται στον Χρι­στό ζη­τών­τας βο­ή­θεια, σαν να τη δι­και­ού­ται, σαν να την α­ξί­ζει. Εί­ναι δυ­να­τόν; Για πρώ­τη φο­ρά συ­νει­δη­το­ποι­εί κα­θα­ρά, πως Ε­κεί­νος σταυ­ρώ­θη­κε, θυ­σι­ά­στη­κε γι’ αυ­τόν, ό­χι α­ό­ρι­στα για ό­λους τους αν­θρώ­πους, αλ­λά και γι’ αυ­τόν προ­σω­πι­κά. Και πε­ρι­μέ­νει τό­σα χρό­νια τη δι­κή του αν­τα­πό­κρι­ση. Με υ­πο­μο­νή, α­γα­πών­τας τον πάν­τα. Βο­η­θών­τας τον δι­α­κρι­τι­κά, στορ­γι­κά. Πα­ρα­βλέ­πον­τας την α­δι­α­φο­ρί­α του, την α­πι­στί­α του, την α­μέ­λεια, την α­πόρ­ρι­ψη του. 

Κι ε­κεί­νος τι έ­κα­με για την Κά­θριν; Της ε­τοί­μα­σε έ­να δεί­πνο, της α­γό­ρα­σε λί­γα λου­λού­δια και της φέρ­θη­κε α­νε­κτά για δυ­ο ε­βδο­μά­δες. Και δεν αν­τέ­χει άλ­λο να α­να­μέ­νει την αν­τα­πό­κρι­ση της. Δεν αν­τέ­χει, το να μην την συγ­κι­νεί ο ε­γω­ι­σμός του, να μην τον αγ­κα­λιά­ζει, ε­νώ ξέ­ρει κα­λά πως δεν την α­γά­πη­σε α­λη­θι­νά πο­τέ.
 
Νοι­ώ­θει σαν να δι­α­λύ­θη­κε έ­να θο­λό πέ­πλο που πα­ρα­μόρ­φω­νε την ό­ρα­ση του. Βλέ­πει τον κό­σμο σαν να ‘ναι για πρώ­τη φο­ρά
Αι­σθά­νε­ται ο­λο­κλη­ρω­τι­κά ε­κτε­θει­μέ­νος, συγ­κλο­νι­σμέ­νος α­πό βα­θιά ντρο­πή, που σαν δι­ά­φα­νη μά­σκα κα­λύ­πτει το πρό­σω­πο του.
Δεν έ­χει να αν­τι­με­τω­πί­σει πια τον ε­γω­ι­σμό του, στη σχέ­ση του με την Κά­θριν. Έ­χει να αν­τι­με­τω­πί­σει τη συ­νεί­δη­ση του, στη σχέ­ση του με τον Χρι­στό.

Συ­νε­χί­ζει να α­κο­λου­θεί τις κα­θη­με­ρι­νές ο­δη­γί­ες, έ­χον­τας πια αν­τι­λη­φθεί πως δεν α­πο­βλέ­πει στην αν­τα­πό­κρι­ση της Κά­θριν, αλ­λά για­τί ο ί­διος ο­φεί­λει να προ­σφέ­ρει τα πάν­τα στη σχέ­ση του μα­ζί της, στην α­πο­κα­τά­στα­ση της σχέ­σης του με τον Χρι­στό. 
[23η μέ­ρα] – “Φυ­λά­ξου α­πό πα­ρά­σι­τα που μπαί­νουν α­νά­με­σα σας, στο γά­μο σου, με τη μορ­φή τζό­γου, ναρ­κω­τι­κών και πορ­νο­γρα­φί­ας. Οι γά­μοι σπά­νια ε­πι­βι­ώ­νουν ό­ταν υ­πάρ­χουν πα­ρά­σι­τα.”
Κά­νει κομ­μά­τια τον υ­πο­λο­γι­στή του και την ο­θό­νη και τα πε­τά στα σκου­πί­δια. Με μα­νί­α δι­α­λύ­ει το νο­ση­ρό πα­ρελ­θόν, σβή­νει μια δι­α­φυ­γή ντρο­πής α­π’ τη ζω­ή του. Δεν έ­χει α­νάγ­κη πια μια ει­κο­νι­κή χα­ρά. Έ­χει να δι­εκ­δι­κή­σει την α­γά­πη της γυ­ναί­κας του.
Της ε­ξο­μο­λο­γεί­ται τη με­τα­στρο­φή του, τη λύ­πη του, της ζη­τά συγ­γνώ­μη, πα­ρα­δέ­χε­ται πως α­γα­πού­σε άλ­λα πράγ­μα­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κεί­νη.
Η Κά­θριν δυ­σκο­λεύ­ε­ται να αν­τι­λη­φθεί τι του συμ­βαί­νει, να τον πι­στέ­ψει. Η κλο­νι­σμέ­νη εμ­πι­στο­σύ­νη της εί­ναι δύ­σκο­λο να ξα­να­χτι­στεί. Τον Κά­λεμπ, δεν τον α­πα­σχο­λούν ό­μως οι αν­τι­δρά­σεις της. Νοι­ώ­θει τον Χρι­στό στην καρ­διά του και Τον βλέ­πει στα μά­τια της κά­θε φο­ρά που ε­κεί­νη τον κοι­τά­ζει.

Η εμ­πι­στο­σύ­νη της θα α­πο­κα­τα­στα­θεί τε­λι­κά, ό­ταν μά­θει τυ­χαί­α τη θυ­σί­α που έ­κα­με γι’ αυ­τήν κρυ­φά ο Κά­λεμπ, δί­νον­τας ό­λα τα χρή­μα­τα που μά­ζευ­ε α­πό και­ρό, για να βο­η­θη­θεί η μη­τέ­ρα τη­ς  στο Νο­σο­κο­μεί­ο. Θα τρέ­ξει κον­τά του και θα πέ­σει α­νε­πι­φύ­λα­κτα στην αγ­κα­λιά του. Μια θυ­σί­α, πάν­το­τε φέ­ρει καρ­πούς.

Το ό­νει­ρο του Κά­λεμπ, να α­γο­ρά­σει έ­να α­λι­ευ­τι­κό σκά­φος, δεν θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί πο­τέ. Εί­ναι η δι­κή του μι­κρή, ε­λά­χι­στη ευ­χα­ρι­στια­κή προ­σφο­ρά στον Χρι­στό, μέ­σω της Κά­θριν και νοι­ώ­θει για πρώ­τη φο­ρά στην καρ­διά του α­λη­θι­νή ευ­τυ­χί­α.

Ό­πως γρά­φει ο Χρή­στος Γι­αν­να­ράς στο Σχό­λιο του στο Ά­σμα Α­σμά­των, «Α­γά­πη ση­μαί­νει να πα­ραι­τεί­σαι α­πό την α­παί­τη­ση της ζω­ής, για χά­ρη της ζω­ής του Άλ­λου. Να ζεις στο μέ­τρο που δί­νε­σαι, για να δε­χθείς την αυ­το­προ­σφο­ρά του Άλ­λου. Ό­χι να υ­πάρ­χεις και ε­πι­πλέ­ον να α­γα­πάς. Αλ­λά να υ­πάρ­χεις, μό­νο ε­πει­δή α­γα­πάς και στο μέ­τρο που α­γα­πάς.»

Για­τί ο Άλ­λος, εί­ναι για σέ­να η Α­γά­πη, για­τί η Α­γά­πη εί­ναι ο Χρι­στός, για­τί Του το ο­φεί­λεις να α­γα­πάς, να τι­μάς, να σέ­βε­σαι και να θυ­σι­ά­ζε­σαι για τη γυ­ναί­κα σου, ό­πως ε­κεί­νη εί­ναι, ό­πως σου φέ­ρε­ται, ό­σο λί­γο κι αν νο­μί­ζεις πως σ’ α­γα­πά, ό­πως κι αν σε αν­τι­με­τω­πί­ζει. Για­τί η σχέ­ση σου, η κοι­νω­νί­α σου με τον Άλ­λο, εί­ναι το μέ­τρο της κοι­νω­νί­ας, της σχέ­σης σου με τον Χρι­στό. 


Μ. Ψ.