Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

MIDNIGHT IN PARIS


     

Μέ ἕνα Oscar γιά τό ὁμολογουμένως ἐξαιρετικό πρωτότυπο σενάριο, βραβεύτηκε ὁ 76χρονος πλέον Γούντυ Ἄλλεν, γιά μιά ὄμορφη καί ψυχαγωγική κομεντί πού ἔμελε νά εἶναι - δικαίως - καί ἡ πιό ἐμπορική του ταινία (πῆρε ἀκόμα 12 βραβεῖα σέ διάφορα Φεστιβάλ). Στό Παρίσι πού πάντα λάτρευε, ὅπως  ἐξάλλου καί τήν Εὐρωπαϊκή κουλτούρα, ὁ Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης ἔφτιαξε ἕνα μικρό ἀριστούργημα διάρκειας 94 λεπτῶν, μέ πρωταγωνιστές τούς Owen Wilson, Rachel McAdams καί Kathy Bates. Νοσταλγία γιά τό Παρίσι τοῦ Μεσοπολέμου καί ἕνα μεγάλο ἐρώτημα: Εἶναι καλό νά ζεῖ κάποιος στήν φαντασία του καί νά ἀναπολεῖ τό παρελθόν; Πίσω ἀπό τό ἀνάλαφρο καί εὐχάριστο θέμα, ὁ Ἄλλεν δίνει τήν ἀπάντηση. Τό καλύτερο εἶναι νά ζεῖ τό τώρα ἔχοντας κάνει τίς ἐπιλογές του ἀκολουθώντας ἐν ἐλευθερίᾳ τά ὄνειρά του καί νά μήν κατασκευάζει νοσταλγικά ψεύτικους παραδείσους.



  
Στήν συνέχεια παραθέτουμε μία ἐνδιαφέρουσα παρουσίαση ἀπό τό http://hellenism.byzantinewalls.org/
  
Ὁ Γούντυ Ἄλλεν στό Παρίσι τοῦ νοήματος

Τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ὥρα ποὺ γεφυρώνει δύο πραγματικότητες στὴν τελευταία ταινία τοῦ Γούντυ Ἄλλεν, ὅπου ὄνειρο καὶ πραγματικότητα συναντῶνται προσφέροντας τὸ σύνολο τῆς ὕπαρξης ἀνοιχτὸ στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἐπιλέγει καθένας νὰ ζήσει. Ἐμφανίζονται διάφορα θέματα γνωστὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα ἔργα του, μὲ κυρίαρχη ἐδῶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα ὅπως συμβαίνει στὶς προσωπικὲς σχέσεις, μεριμνῶντας γιὰ τὴν αὐθεντικότητα τῶν σχέσεων ἢ ἀποβολὴ τῶν συμβιβασμῶν. Μέσα ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ βίωση τοῦ παρόντος ἡ ἱστορία ἐπίσης γίνεται ἀποδεκτὴ στὰ σωστὰ μέτρα της, πέρα ἀπὸ ἐξιδανίκευση ἢ ἀπόρριψη, δηλαδὴ φανερώνεται ἡ καθολικὴ ἀξία ποὺ διαπερνᾶ τὶς ἐποχές.
Χωρὶς ἀκόμη νὰ ἔχει ἀναδειχθεῖ ἡ ἀποτυχία τοῦ κεντρικοῦ ἥρωα (Γκὶλ) στὴν προσωπική του σχέση μὲ τὴν γυναίκα ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ παντρευτεῖ, ἡ σύγκρουση ἀνάμεσα στὸν δικό του ρομαντισμὸ καὶ τὴν δική της ρηχότητα καὶ ψευτοκουλτούρα, ἀναδύονται μέσα στὶς ἀρχὲς τοῦ 21ου αἰώνα οἱ ἀρχὲς τοῦ 20οῦ, δημιουργικὲς παρέες στὸ Παρίσι τοῦ μεσοπολέμου — Πικάσο, Νταλί, Φιτζέραλντ, Χέμινγουέη, Στάιν, κλπ—, ὅπου ὁ Γκὶλ ἀνακαλύπτει περιβάλλον ταιριαστὸ μὲ τὶς εὐαισθησίες του. Ταυτόχρονα ὁ θεατὴς τῆς ταινίας διαπιστώνει γιὰ τὸ παρόν του πὼς εἶναι νεκρὸ σὲ σύγκριση μὲ ἐκεῖνο τὸ παρελθόν, γιὰ πρώτη φορὰ ὅταν ὁ Γκὶλ ἐπιστρέφει γιὰ νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τὸν Χέμινγουέη, ἀλλὰ ἔχοντας μεταφερθεῖ ἤδη στὸ τυπικὸ παρόν του, ὁπότε στὴν θέση τοῦ λογοτεχνικοῦ καφὲ ἀντικρύζει ἕνα κατάστημα πλυντηρίων…
Τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ταινίας θὰ ἔπρεπε νὰ προβάλλεται στοὺς δάσκαλους κάθε βαθμίδας καὶ ἡλικίας, ὡς κινηματογραφικὴ μαρτυρία τοῦ τί συμβαίνει ὅταν διδασκόμαστε σωστὰ τὴν δημιουργικότητα τοῦ παρελθόντος, ὅπου ὄχι μόνο δὲν νοεῖται ἡ συνήθης γιὰ τὰ σχολεῖα καὶ τὶς σχολές μας θανατηφόρος ἀνία, ἀλλὰ ζωντανεύουν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα καὶ τὸ ἐξαγνισμένο ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου παρελθόν τους φανερώνεται πιὸ οἰκεῖο μας καὶ πραγματικὸ σὲ σύγκριση μὲ τὸ μῖγμα ἀξίας καὶ ἀπαξίας ποὺ συκοφαντεῖ τὴν καθημερινότητα τοῦ δικοῦ μας καὶ ἐν γένει τοῦ ἑκάστοτε χρονολογικοῦ παρόντος.
Αὐτὸ ποὺ κάνει πιὸ ἀληθινοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συναντάει ὁ Γκὶλ τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ἐγγύτητά τους στὸ πραγματικό — στὴν σκέψη, στὴν ἐξέταση τοῦ βίου, στὴν ἀφοσίωση στὸ νόημα — ὅ,τι ἀκριβῶς λείπει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν μελλοντικὴ σύζυγό του, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐλευθερώνεται ἐπιτέλους.
Ἔχοντας ζήσει ὅλη αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, ἔστω ἐξιδανικεύοντας προσωρινὰ τὴν ἐποχὴ στὸ σύνολό της γιὰ χάρη τῶν σπάνιων πνευμάτων ποὺ στάθηκαν γιὰ λίγο μέσα της, ὁ Γκὶλ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἀπερισκεψία προηγούμενων ἐπιλογῶν. Ἡ πραγματικότητα καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώνουν καὶ ριζώνουν στὴν ἐλευθερία — αύτὸ ὑμνεῖ ὁ Γούντυ Ἄλλεν, μετατρέποντας τὸ Παρίσι σὲ θαυμαστὸ συμβολικὸ τόπο τῆς ἀλήθειας, ὅταν ἡ ἐπιθυμία γιὰ πραγματικότητα ἐκπληρώνεται.