Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

12 [Ρωσία - 2007]


Στη ρωσική παραλλαγή της πολυβραβευμένης ταινίας του Sidney Lumet ταινίας “12 Angry Men” (1957, Χρυσή Άρκτος στο Βερολίνο και 12 ακόμα βραβεία), δώδεκα ένορκοι κλεισμένοι σε ένα γυμναστήριο σχολείου, θα αποφασίσουν για την ενοχή ή όχι ενός νεαρού Τσετσένου που κατηγορείται πως σκότωσε τον θετό του πατέρα, έναν Ρώσο αξιωματικό. Η δίκη κράτησε τρεις ημέρες, όλα τα στοιχεία και οι μαρτυρίες ήταν ξεκάθαρα σε βάρος του κατηγορούμενου και η διαδικασία της έκδοσης της ετυμηγορίας έμοιαζε να είναι απλή και σύντομη.
Ωστόσο δώδεκα άτομα με διαφορετικές πορείες στην κοινωνία ή δώδεκα πρόσωπα με άνιση διάθεση επικοινωνίας, μπορούν να εκπροσωπήσουν όλο το φάσμα της ρωσικής κοινωνίας, όλη τη γκάμα της οποιασδήποτε κοινωνίας μέσα στη ζωή κι αυτό σημαίνει πως όσο απλή και αναμενόμενη μπορεί να φαίνεται η συμπόρευση με την κοινή λογική, τόσο απρόβλεπτη μπορεί να αποδειχθεί η συμπεριφορά των ανθρώπων, όταν ξαφνικά κάποιος από το πλήθος έχει το θάρρος να ταράξει τα νερά της πνευματικής αδράνειας και να μεταθέσει αναπόφευκτα τον καθένα από την ισχυρή θέση του κριτή των άλλων, σε απολογούμενο απέναντι στον εαυτό του.

 

Ο Nikita Mikhalkov σε μια έξοχη σκηνοθεσία, μας ενσωματώνει στο σχολικό γυμναστήριο, μάρτυρες της αναλυτικής διαδρομής δώδεκα χαρακτήρων, που αναπτύσσουν τις αντιστάσεις τους απέναντι στη «δύναμη του ενός», αντιτάσσουν τις άμυνες τους στην προοπτική να «ανοιχτούν» στην κριτική των άλλων, αλλά τελικά όλοι υποκύπτουν στην εσωτερική παρόρμηση, να δουν βαθύτερα και ειλικρινέστερα τα διδάγματα που τους χάρισε η ζωή και να αποδεχθούν τη σημασία τους.

Ο πρώτος ένορκος που αρνείται να δώσει καταδικαστική ψήφο, δηλώνει ενοχλημένος που μια τόσο σοβαρή απόφαση για τη ζωή ενός νέου, θα παρθεί τόσο εύκολα, τόσο βιαστικά, τόσο επιπόλαια, χωρίς έστω λίγο προβληματισμό, κάποια συζήτηση, ένα τελευταίο ζύγισμα της υπόθεσης πριν από την τελική απόφαση. Οι άλλοι τον κοιτούν έκπληκτοι, αφού δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία στην υπόθεση κι εμείς, απλοί θεατές της ταινίας και πολύ συχνά της ίδιας της ζωής μας, νοιώθουμε περισσότερη συμπάθεια πιθανόν στην ανθρώπινη ανυπομονησία των έντεκα να γυρίσουν στο σπίτι τους, παρά στην αναίτια εμμονή, του ενός.

 
Ο ακατανόητος για τους πολλούς συναισθηματισμός όμως, έχει κι αυτός την αιτία του. Όλα κάπου οφείλονται και ο «ένας» αισθάνεται σημαδεμένος για πάντα και ανάλογα υπεύθυνος, από τα λόγια μιας γυναίκας. Όταν βρέθηκε κάποτε εξαθλιωμένος, εγκαταλελειμμένος και μεθυσμένος, σε ένα τρένο που οι συνταξιδιώτες του έδειχναν να αγνοούν τελείως την ύπαρξη του, επισημαίνοντας έτσι τη δυσαρέσκεια τους για την προκλητική συμπεριφορά του, εκείνη εξήγησε ήρεμα στο κοριτσάκι της πως όχι, δεν είναι τρελός και να μη τον φοβάται, γιατί η καρδιά του είναι γεμάτη πόνο και θλίψη. Μόνο εκείνη μπόρεσε να δει τη βαθιά δυστυχία του και με τα λόγια της αυτά, άλλαξε σε μια στιγμή όλη τη ζωή του.
Η απλή εξιστόρηση του, που ερμήνευε την τωρινή του υποχρέωση να δει κι αυτός τον «νεαρό φονιά» από πιο κοντά, να σκύψει πάνω του όπως η γυναίκα του τρένου σ’ εκείνον, άγγιξαν κάποιες χορδές (ένα πρώτο άγγιγμα) στις καρδιές των άλλων ενόρκων.

Όλα λοιπόν μπορούν να συμβούν στη ζωή και ο δεύτερος ένορκος που είναι έτοιμος να δεχθεί την αθωότητα του Τσετσένου, το ξέρει αυτό πολύ καλά. Ένας μοναχικός εβραίος ταλαιπωρημένος, ευαίσθητος και στοχαστικός. Ο πατέρας του στον πόλεμο, μας διηγείται, αγάπησε παράφορα μια πανέμορφη Λιθουανή, γυναίκα ενός Γερμανού αξιωματικού. Ο πατέρας του, ένας φτωχός οικογενειάρχης, χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον και με σβησμένο παρελθόν, ερωτεύθηκε. Κι εκείνη, με τα δικά της τραυματικά βιώματα παρά την ασύγκριτη ομορφιά της, συγκινήθηκε από την ανερμάτιστη αγάπη του αξιοθρήνητου καχεκτικού εβραίου, μέσα στην αβεβαιότητα του πολέμου μιας μετέωρης Ρωσίας. Ο αξιωματικός έφυγε στην πατρίδα του, εκείνους τους έστειλαν σε στρατόπεδα για μεγάλο διάστημα, συναντήθηκαν αργότερα κι έκαμαν δική τους οικογένεια και πολλά παιδιά... Όλα μπορούν να συμβούν στη ζωή, γιατί να μην είναι αθώος ο κατηγορούμενος, όταν μάλιστα για υπεράσπιση του είχε έναν τελείως αδιάφορο συνήγορο; Κάποιες φορές η διαίσθηση αποδεικνύεται σωστότερη από τη λογική.

Αν και περιορισμένος ο χώρος του Γυμναστηρίου, παρέχει αρκετή άνεση στις κινήσεις των ηθοποιών, σαν μόνη διέξοδο στην αμηχανία και στον προβληματισμό των ενόρκων που σταδιακά επιτείνεται, ωστόσο διατηρεί παράλληλα και την αίσθηση του θεατρικού στησίματος, που διαχέεται στον θεατή και κρατά το ενδιαφέρον του σταθερά προσηλωμένο στο ξεδίπλωμα των συναισθηματικών μεταπτώσεων των χαρακτήρων του έργου.
Ο αγρότης, θα θυμηθεί την καλοσύνη ενός αστυνομικού που έσωσε τη ζωή του θείου του, ο ηθοποιός περιπλανώμενου θιάσου  θα εκτιμήσει σαν σημαντικότερο επίτευγμα στη θεατρική του καριέρα, το πονεμένο χαμόγελο της ετοιμοθάνατης γιαγιάς του. Ο διευθυντής του Νεκροταφείου θα δικαιώσει τις απάτες του στις κηδείες, με τις ευεργεσίες που πρόσφερε στο χωριό του και ο καλοπροαίρετος χειρούργος θα κάμει μια αριστοτεχνική επίδειξη με το μαχαίρι του φόνου, ξαναζώντας κάποιες νεανικές του στιγμές στον Καύκασο.

Η προοδευτική ευαισθητοποίηση από την εξοικείωση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, ακολουθεί μια κατεύθυνση ομαδικής ψυχοθεραπείας όπου ο καθένας νοιώθει ασφαλής ακούγοντας τις ιστορίες των άλλων, αλλά αυτή η γενική και ισότιμη συμμετοχή στη διαδικασία, αφυπνίζει στον καθένα την ανάγκη αυτοκριτικής και διαμορφώνει τον αυθορμητισμό της δημόσιας εξομολόγησης. Όταν κάποιος ανοίγει με ειλικρίνεια την καρδιά του στους άλλους, αποφορτίζεται από τη ένταση του εγωκεντρισμού του, εκτονώνει τη πίεση της επιθετικότητας του και κατευνάζει τη οδύνη των ενοχών του.

Η ευκαιρία παρουσιάζεται αιφνίδια, αβίαστη. Στην προσπάθεια διαλεύκανσης των γεγονότων του φόνου, οι συνειρμοί που προκύπτουν από τους παραλληλισμούς, εξελίσσονται σε προσωπική ενδοσκόπηση και στρέφονται στην εξομολογητική έκφραση. Η ανακουφισμένη συνείδηση μπορεί να επανεξετάσει πια τα δεδομένα χωρίς προκαταλήψεις, με ειρηνική διάθεση αποδοχής και επιείκειας.
Η μεταστροφή των ενόρκων πραγματοποιείται πρώτα σε ψυχολογικό επίπεδο και στη συνέχεια τεκμηριώνεται από τη λεπτομερέστερη διερεύνηση των στοιχείων και των συνθηκών του εγκλήματος. Το νέο αυτό πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων, υιοθετείται σε διαφορετικό χρόνο από τους ενόρκους, που παρά τις αρχικές αντιθέσεις τους, εναρμονίζονται τελικά σε ένα κοινό τρόπο προσέγγισης της αλήθειας.

Η συμμετοχή όλων στην αναπαράσταση των συνθηκών του φόνου, το σενάριο που υποβάλλει στον ασταθή παραγωγό της τηλεόρασης ο επίμονος ταξιτζής, οι σκοπιμότητες και η ζήλια που αποκαλύπτονται στις καταθέσεις των μαρτύρων και τέλος, η αποδεδειγμένη επιπολαιότητα της υπεράσπισης και της όλης διεξαγωγής της δίκης, δίνουν νέες διαστάσεις στην υπόθεση και ισχυρότερα ερείσματα στους ενόρκους για επανεκτίμηση των γεγονότων.
Παράλληλα με τις αυξανόμενες αθωωτικές ψήφους των  ενόρκων, με συχνές μικρές αναδρομές στην παιδική ηλικία του νεαρού Τσετσένου, που εναλλάσσονται με ανάλογες κλεφτές ματιές της κάμερας στο κελί της αναμονής για την τελική απόφαση της δίκης, η εκδοχή του στυγνού δολοφόνου έχει ήδη χάσει και την ψήφο του θεατή.
Ο σταθερότερος στις καταδικαστικές απόψεις του ταξιτζής, αποδεικνύεται πως φέρει στη συνείδηση του τις περισσότερες ενοχές. Ο σκληρότερος ένορκος από τους δώδεκα, ομολογεί τελικά τα λάθη του, αφηγείται και λυπάται ειλικρινά για την ανηλεή συμπεριφορά του απέναντι στο γιο του, αποσύρει την προβολή της επιθετικότητας του από τον άτυχο τσετσένο και αποδέχεται κι αυτός την αθωότητα του.

Ο δωδέκατος όμως ένορκος, ο περισσότερο έμπειρος παλιός αξιωματικός που προεδρεύει στη συνάντηση αυτή, δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, οι σκευωροί που μεθόδευσαν την καταδίκη του, είναι βέβαιο πως θα τον σκοτώσουν, προτού αυτός προλάβει να τους εντοπίσει και να τους αποκαλύψει. Ποιος θα τον προστατεύσει; Δεν είναι προτιμότερο να διασφαλίσουν τη ζωή του στη φυλακή, κηρύσσοντας τον ένοχο;
Όμως οι έντεκα δεν συμφωνούν. Ο νεαρός Τσετσένος δεν είναι δολοφόνος και θα πρέπει να αποδοθεί καθαρός στην κοινωνία. Δεν θα ρυθμίσουν αυτοί τη μοίρα του.

Όταν πια όλοι έχουν αποχωρήσει και η ζωή του καθενός θα συνεχίσει τον δρόμο της, πλουσιότερη και καθαρότερη μετά από μια ανέλπιστη εμπειρία, ο αίτιος της εμπειρίας αυτής, ο πρώτος ένορκος, επιστρέφει μόνος στο Γυμναστήριο.
Κατευθύνεται σε ένα απόμερο ντουλάπι και παίρνει από ψηλά μια εικονίτσα της Παναγίας. Ο «ένας» που αντιτάχθηκε με θάρρος στη γνώμη των πολλών, που ανέτρεψε τη βέβαιη καταδίκη ενός αθώου και πρόσφερε μια καθαρτήρια και εξιλαστήρια διαδικασία στην ομάδα των ενόρκων, είχε τοποθετήσει εκεί κρυφά την Παναγία, να εποπτεύει, να ρυθμίζει, να καθοδηγεί τον νου και να θερμαίνει τις καρδιές των ενόρκων, για να διασφαλιστεί μια δίκαιη ετυμηγορία. Η δύναμη του πνεύματος του «ενός», πραγματοποιεί τα αποτελέσματα που επιδιώκει, μόνο όταν αντλείται άμεσα από τη Θεότητα, που χορηγεί υπόσταση, νόημα και ισχύ στις αγαθές προαιρέσεις.
Ο «ένας», ποτέ δεν ενεργεί μόνος.


Σαν μια τελευταία συμβολική καταγραφή, ανοίγει στη συνέχεια δυο παράθυρα για να μπορέσει να πετάξει έξω ένα πουλάκι που βρισκόταν μέσα στο χώρο του γυμναστηρίου. Εκείνο, πετά μπροστά στο ανοικτό παράθυρο κι αφήνοντας πίσω του τη ζεστασιά και την ασφάλεια του προστατευμένου χώρου, επιστρέφει στον κόσμο του, στην παγωμένη χιονοθύελλα της ελευθερίας του.

Μ. Ψ.