Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Doubt [Αμφιβολία, Η. Π. Α. – 2008]

Το " Doubt"  προβλήθηκε στην Ελλάδα πριν 3 χρόνια με επιτυχία. 
 Την υπενθυμίζουμε με μια αναλυτική κριτική που διαβάζεται με ενδιαφέρον,
ακόμα κι αν δεν έχετε δει την ταινία.

Ευχαριστούμε ακόμα μία φορά τον ψυχίατρο - φιλμοκριτικό(!)
αδελφό μας Μ.Ψ. για την συνεργασία του...

 Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου και  πολυβραβευμένου θεατρικού έργου του John Patrick Shanley [με βραβείο Pulitzer και έξι ακόμα διακρίσεις], που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική. Ο ίδιος ο συγγραφέας, δούλεψε επάξια το σενάριο και σκηνοθέτησε την ταινία.

 
Η θεατρική ατμόσφαιρα που περιβάλλει το έργο και οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, εισδύουν αθόρυβα στη συνείδηση του θεατή που απολαμβάνει τις συγκινησιακές δονήσεις των κύριων προσώπων του [τέσσερις υποψηφιότητες για Oscar] τόσο, όσο και την ταυτόχρονη αντήχηση που προκαλούν αυτές στην ψυχή του.
Τα πρόσωπα που δεν εκφράζουν πάντοτε τις πραγματικές θέσεις τους, τα ερωτηματικά που ακολουθούν μοιραία τις αβάσιμες ή όχι υποψίες και παραμένουν μετέωρα, οι απαντήσεις που δεν δίνονται ποτέ και πάνω απ’ όλα τα ψυχολογικά δυναμικά που ασυνείδητα προσδιορίζουν τις πράξεις, αποτελούν πρόκληση για προσέγγιση.

Το 1964, στο καθολικό σχολείο του Αγίου Νικολάου στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, εγγράφεται για πρώτη φορά ένας μαύρος μαθητής, ο Ντόναλντ Μίλερ. Το απλό αυτό γεγονός και η φιλική αντιμετώπιση του ιερέα Φλιν [Philip Seymour Hoffman] στο παιδί (που αισθάνεται εχθρικό το νέο του περιβάλλον και έχει ανάγκη τη διακριτική στοργή του ιερέα για να προσαρμοστεί), δίνει την ευκαιρία στη Διευθύντρια του σχολείου, την αυστηρή Αδελφή Αλοΐσιους [Meryl Streep] να αντιτεθεί στις παιδαγωγικές και ποιμαντικές απόψεις του ιερέα, επικεντρώνοντας την καχυποψία της στη σχέση του αυτή με τον μαθητή και να επιδιώξει την απομάκρυνση του από το σχολείο και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

 
Στην τάξη του Ντόναλντ διδάσκει η απλή και ευσυνείδητη νεαρή μοναχή Αδελφή Τζέιμς [Amy Adams], που με τη διάφανη ηρεμία της προσφέρει στους μικρούς μαθητές της πολλά περισσότερα, πέρα από τις γνώσεις των μαθημάτων τους.  
Τόσο το σχολείο όσο κυρίως η νεαρή δασκάλα, είναι βιωματικές εικόνες του συγγραφέα, απ’ όταν σαν εξάχρονο παιδάκι πήγαινε στο σχολείο του Αγίου Αντωνίου στο Μπρονξ και είχε σαν πρώτη του δασκάλα μια μοναχή, το πρότυπο της Αδελφής Τζέιμς. Βαθιά επηρεασμένος από τη γαλήνια προσωπικότητα της δασκάλας του, πολλά χρόνια αργότερα τη μεταφέρει αυτούσια όπως την είχε εισπράξει, στο θεατρικό του έργο και στο σενάριο της ταινίας.
Τα παιδιά διαθέτουν ειδικό κριτικό αισθητήριο και ηθική καθαρή, ανεπηρέαστη από σκοπιμότητα, ορθολογισμό και συμβιβασμούς. Δεν κρίνουν το κακό γύρω τους γιατί δεν έχουν τα ίδια κακία. Επειδή είναι αθώα, αναγνωρίζουν αμέσως την αθωότητα. Κρίνουν κι’ εκτιμούν με τον τρόπο τους κάθε τι καλό, ζεσταίνονται από την τρυφερότητα, κοινωνούν με την αμεσότητα της αγάπης. Μπορούν να δουν πράγματα που οι έμπειροι μεγάλοι δεν βλέπουν και μια καλή δασκάλα με την παρουσία της, το παράδειγμα της και τον λόγο της μπορεί να μεταδώσει στους μαθητές της την ικανότητα να διατηρήσουν ζωντανή στην καρδιά τους την παιδικότητα τους, ώστε να αναγνωρίζουν σε όλη τους τη ζωή, όπου και όποτε τις συναντήσουν, την αθωότητα και την αγάπη. 


 Η Αδελφή Αλοΐσιους ωστόσο, δεν θυμάται να υπήρξε ποτέ παιδί. Στο χαρακτήρα της Αδελφής Τζέιμς διακρίνει μόνο απειρία και ευπιστία, στοιχεία που με κατάλληλους χειρισμούς μπορούν να της φανούν χρήσιμα για τους σκοπούς της, τη διατήρηση σκληρής πειθαρχίας στο σχολείο και την παρακολούθηση των κινήσεων του πατέρα Φλιν. Έτσι, μια απλή αναφορά της Αδελφής Τζέιμς στην ιδιαίτερη αντιμετώπιση που έχει ο μικρός Ντόναλντ από τον ιερέα και μια δεύτερη πληροφορία χωρίς ουσία επίσης, αποτελούν για την Αδελφή Αλοΐσιους τη μοιραία, απαραίτητη μαρτυρία για να τον κατηγορήσει ανοικτά και να ζητήσει την αποπομπή του.
Η έκφραση του λόγου, έχει τη δύναμη να δίνει νόημα στις λέξεις και μορφή στα νοήματα, μπορεί όμως να δώσει και υπόσταση στις υποψίες.  
Χωρίς καμιά απόδειξη ή έστω κάποιες σοβαρές ενδείξεις που ίσως θα στήριζαν μια τόσο σοβαρή κατηγορία, ο πατέρας Φλιν καλείται να σηκώσει το βάρος της δοκιμασίας του.
Ο συνειδητοποιημένος ιερέας δεν καταφέρεται εναντίον εκείνων που τον κατηγορούν άδικα, αλλά στρέφεται προς τον Κύριο και με αγώνα εσωτερικό δίνει μάχη ταπείνωσης. Σχεδόν πάντοτε ο ιερέας κρίνεται αυστηρά από τον κόσμο και ιδιαίτερα όταν δεν αντιδρά με την αναμενόμενη (λόγω του σχήματος του) συμπεριφορά. Κι’ αυτό συμβαίνει ίσως, γιατί ο κόσμος επιζητά το πρότυπο στη ζωή του και θέλει τον ιερέα του εμπνευσμένο, ανεπίληπτο, άγιο.
Απόλυτο έλεγχο των πράξεων και των αντιδράσεων του όμως, είχε μόνο ο Χριστός. Και όσο περισσότερο ο καλός ποιμένας ακολουθεί  το παράδειγμα του Χριστού, τόσο πιο βασανιστικά και επιτακτικά προσπαθεί ο διάβολος, να τον παρασύρει δόλια σε συνήθειες και επιθυμίες ή να τον κάμει στόχο κριτικής.
Ο κόσμος εύκολα κρίνει, συγκρίνει και κατακρίνει, αλλά δικαίωμα κρίσεως έχει μόνο ο αναμάρτητος, όχι ο συγκριτικά «καλύτερος» και μάλιστα με εκτίμηση του ιδίου. Οπωσδήποτε σε μια προσωπική σχέση με τον Θεό, δεν μπορεί να υπεισέλθει κανένας τρίτος και ο πατέρας Φλιν, αφήνεται με εμπιστοσύνη στα χέρια Του.


 Ανάλογη εμπιστοσύνη δείχνει για τα προβλήματα της και η μητέρα του μικρού μαθητή Ντόναλντ. Η Viola Davis με την ειλικρίνεια που εκπέμπει στο μικρό ρόλο της, χρωματίζει με συνταρακτική ένταση τη διαφορά ύφους της αγωνίστριας έγχρωμης μάνας στη σκληρή κοινωνία του Μπρονξ, από την αινιγματική Μοναχή-Διευθύντρια του ήρεμου και προστατευμένου περιβάλλοντος του σχολείου.
Η κυρία Μίλερ, γνωρίζει καλά τη θέση της και τις δυνατότητες της. Έχοντας έναν επίσης σκληρό σύζυγο, δέχεται με ευγνωμοσύνη την πατρική στοργή και στήριξη που παρέχει στο γιο της ο ιερέας.
Αρνείται να συνακολουθήσει την καχυποψία της Αδελφής. Μέσα από την καθημερινή κοινωνική πάλη της, διαμόρφωσε χαρακτήρα με σταθερότητα, μετριοπάθεια και ρεαλισμό.  
Και όταν ακόμα η στάση μας παρερμηνεύεται σαν αδιαφορία ή ηθική έκπτωση, οφείλουμε να είμαστε συνεπείς στον εαυτό μας και στις αξίες που πιστεύουμε.


 Η αδελφή Αλοΐσιους θα επιδιώξει κι’ εκείνη να είναι συνεπής με τον εαυτό της. Περιχαρακωμένη στα πλαίσια του μοναχισμού και στη Διεύθυνση του Σχολείου, έχοντας αφιερώσει τη ζωή της  στον Θεό μόλις έμεινε χήρα, κατέφυγε για ασφάλεια στην κάλυψη που της παρείχε ο αυστηρός συντηρητισμός της. Ωστόσο ο εχθρός που την απειλούσε, παρέμεινε μέσα στα τείχη που εκείνη είχε υψώσει. Ο εαυτός της, άγνωστος, ανώριμος και απαιτητικός.
Η ανάγκη της για να ελέγχει τους πάντες γύρω της, δείχνει πόσο ευάλωτη και ανασφαλής ένοιωθε. Είχε ανάγκη την επιδοκιμασία του πατέρα Φλιν, αλλά εκείνος την αγνόησε. Οι διαφορετικές μέθοδοι του ιερέα που απέρριπταν τους δικούς της κανόνες, απετέλεσαν προσωπική απόρριψη και προς την ίδια.
Όχι, εκείνη δεν ζητά, παίρνει αυτό που θέλει και έχει καθήκον να διατηρήσει με κάθε τρόπο, ακέραια την πειθαρχία και την ηθική στο σχολείο της.
Όμως δεν είναι η προσήλωση της στο καθήκον που την ωθεί στην αστήρικτη βεβαιότητα της για την ενοχή του ιερέα, ούτε η ηθική τάξη που προασπίζεται με σθένος απέναντι στη διαφθορά που την περιβάλλει, που την αναγκάζουν να χρησιμοποιεί ανορθόδοξους τρόπους και ψέματα για να εκμαιεύσει ενοχοποιητικά στοιχεία.       Το υπερβολικό μένος της εναντίον του ιερέα Φλιν, έχει βαθύτερα προσωπικά κίνητρα. Μπορεί η αδιαφορία του να την έθιγε, αλλά η σχέση του με το παιδί, που εξηγεί απόλυτα την αδιάφορη στάση του απέναντι της, την εξοργίζει.
Είναι η κραυγή του πληγωμένου γυναικείου της εγωισμού, η πικρή ματαίωση των απύθμενων συναισθηματικών αναγκών της που την οπλίζουν με θυμό και την  τυφλώνουν.

Η ανήλεη εκδίκηση της Αδελφής Αλοΐσιους ολοκληρώνεται με την απομάκρυνση του πατέρα Φλιν. Όταν όλα πια έχουν τελειώσει, η ευαισθησία της αδελφής Τζέιμς την συναντά μόνη, στη σκιά του εαυτού της, στο μισοσκόταδο των ενεργειών της.
Πέτυχε τον σκοπό της, έδιωξε μακριά τον ενοχλητικό ιερέα, όμως δεν νοιώθει ικανοποιημένη. Οι αποδέκτες της καταγγελίας της τον δικαίωσαν ουσιαστικά με ευνοϊκή μετάθεση, η αδελφή Τζέιμς τον υποστηρίζει πάντοτε, ακόμα και η κυρία Μίλερ δεν δέχθηκε να στραφεί εναντίον του.
Βαθιά μέσα της βιώνει μοναξιά, απογοήτευση, απώλεια. Αν και αρνείται να δεχθεί το πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτήν η παρουσία του, τώρα της λείπει βασανιστικά, τραγικά, της λείπει ακόμα και η αδιαφορία του που την σκότωνε.
Τι της συμβαίνει τάχα;  Έχει οδηγηθεί σε ένα αδιέξοδο. Μήπως το κενό που αισθάνεται οφείλεται τελικά στο βάρος της δικής της ενοχής; Μήπως όλοι οι άλλοι έκριναν σωστότερα από εκείνη που βιάστηκε να τον καταδικάσει, μήπως πραγματικά δεν ήταν ένοχος;
Στο απόλυτο χάος που επικρατεί μέσα της, το μόνο που αντέχει να συνειδητοποιήσει καθαρά, είναι η αμφιβολία. . .

Ίσως τώρα θα έχει την ευκαιρία να καταφύγει ουσιαστικότερα στον Θεό, για να καλύψει με την αγαθή οικονομία Του το τεράστιο κενό στην ψυχή της, να στραφεί στην αγάπη του Ιησού για να γλυκάνει η οδύνη στην καρδιά της, να πληρωθεί Πνεύματος για να ηρεμήσει το ταραγμένο πνεύμα της.


Μ. Ψ.