Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Ο Όσκαρ και η κυρία με τα ροζ



Ένα ταξίδι στην αλήθεια μέσα από τα μάτια ενός δεκάχρονου.


Μια παράσταση που με συγκίνησε και με ενθουσίασε τόσο που ακόμα διατηρώ την μαγεία της στη μνήμη μου κι ας πέρασαν επτά αισίως χρόνια απ’ όταν την είδα στο Θέατρο Ιλίσια, ήταν ο  «Όσκαρ» του Ε. Ε. Σμιττ με τους Δ. Λιγνάδη και Τζ. Ρουσέα. 

 
                                                                                 (Στιγμιότυπο από την παράσταση)
 Κινημένη από την ανάμνηση της λυτρωτικής μέθεξης, όταν διαπίστωσα πως εφέτος κυκλοφορήθηκε και η αντίστοιχη ταινία σε σκηνοθεσία του ίδιου του Γάλλου δραματουργού (ελληνικός τίτλος: Ο Όσκαρ και η κυρία με τα ροζ) έσπευσα να την νοικιάσω. Δείτε την, μα κυρίως διαβάστε το βιβλίο. Η νουβέλα κυκλοφορείται από τις εκδόσεις OPERA σε μετάφραση του Αχ. Κυριακίδη και με τίτλο «Αγαπητέ Θεέ», ενώ μπορείτε ακόμη και να την βρείτε ολόκληρη στο διαδίκτυο (ΕΔΩ), αν το μικρό της αντίτιμο σάς αποθαρρύνει σε καιρούς χαλεπούς.


Διαβάστε το, γιατί ο συγγραφέας επέλεξε να μιλήσει για τα πιο σημαντικά θέματα μέσα από τα γράμματα ενός παιδιού, γιατί παρουσιάζει τις μέρες ενός άρρωστου με ελαφρότητα, όχι λήθης αλλά υπόμνησης. Ο ίδιος ο διακεκριμένος δημιουργός μεγαλωμένος από γονείς άθεους, υπήρξε αγνωστικιστής, και σε πολλά έργα του προβληματίζεται για τις θρησκείες. Σ’ αυτό ένας δεκάχρονος που βρίσκεται στο τελικό στάδιο της λευχαιμίας ενθαρρύνεται να γράψει γράμματα στον Θεό που δεν γνωρίζει. 


Για όσους θέλουμε να λεγόμαστε και κυρίως να ζούμε ως Χριστιανοί, με αυτό το βιβλίο επιβεβαιώνεται πως ερεθίσματα και ελπίδα βρίσκουμε πάλιν και πολλάκις στη λογοτεχνία. Ο Μέγας Βασίλειος έλεγε πως καλούμαστε να είμαστε σαν τις μέλισσες που από τα λουλούδια παίρνουν το πολυτιμότερο στοιχείο τους και το μετουσιώνουν σε κάτι ακόμα σημαντικότερο, σε μέλι, αναφερόμενος στους νέους σχετικά με την αρχαία Γραμματεία. Ε, η θέση του δικαιώνεται όποτε καθένας μας προσεγγίζει κριτικά ένα έργο τέχνης, συνδιαλέγεται μαζί του και το ερμηνεύει, διευρύνοντας ταυτόχρονα τη ματιά του στον κόσμο. 

 
Διαβάστε το και ίσως προτείνετέ το και συζητήστε το με τους εφήβους σας. Αυτά τα πλάσματα που δεν είναι παιδιά πια κι ίσως λιώνουν στην οθόνη του υπολογιστή τους, που εντυπωσιάζονται με τα ιαπωνικά μάνγκα ή τον Χάρυ Πότερ, που του Παπαδιαμάντη τη γλώσσα ούτε που την καταλαβαίνουν, κι όμως αναζητούν την αλήθεια, διψούν για αξίες κι αυτό το βιβλίο ίσως μπορεί να τους εμπνεύσει, χωρίς ηθικολογίες. Μα μην το προτάξετε ως αγγαρεία, προς Θεού, μοναχά ως δυνατότητα.

 
Γιατί υπάρχει ο θάνατος κι οι αρρώστιες; Γιατί οι άλλοι υποκρίνονται πως δεν θα πεθάνω; Τι ισχύει στις ανθρώπινες σχέσεις; Τι να τον κάνω έναν Θεό Εσταυρωμένο, αναρωτιέται ο μικρός. Μέσα από τη σοφία και την ευρηματικότητα της γιαγιάς Ροζ θυμόμαστε τη δύναμη που καλούμαστε να έχουμε για να συμπαρασταθούμε στους άλλους, δύναμη που ανατροφοδοτείται αν όχι από εκείνους, σίγουρα από Εκείνον. Θέλει λεβεντιά η ζωή και ελπίδα και ως αναζητητές τους εκπλησσόμαστε από αυτό το αναπάντεχα προσιτό και μεστό κείμενο που δεν ξεπερνά τις εκατό σελίδες. Χάρη στην έμπνευση της γιαγιάς ο μικρός αερίζει τις σκέψεις και τους φόβους του, παρηγορείται και ανακαλύπτει τη χάρη του Θεού στ’ απλά. Κι αν τον σωματικό πόνο δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε, ο ψυχικός απαλύνεται όποτε αλλάζει η ματιά μας στα πράγματα, όποτε το άγνωστο γίνεται πιο οικείο και διαυγές, όποτε η αγκαλιά και το χαμόγελο του διπλανού μάς δίνει δύναμη σαν πέφτουμε να σηκωνόμαστε. 

Ε.Κ. 

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

RABBIT HOLE (2010)

 

Συνήθως, η μεταφορά ενός βιβλίου στην μεγάλη οθόνη καταλήγει στην μετριότητα, ή στην αποτυχία, εκτός αν διασκευαστεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αντίθετα, τα θεατρικά έργα τροφοδότησαν τον κινηματογράφο από τις απαρχές του, δίνοντας μεγάλες επιτυχίες, ως συνέχεια της αντίστοιχης θεατρικής. Το σενάριο είναι μια δύσκολη υπόθεση, κι έτσι ένα έτοιμο κείμενο με δοκιμασμένους διαλόγους, ιδίως αν έχει συγκινήσει το κοινό, είναι μια μεγάλη πρόκληση για την 7η τέχνη.  Η συγγένεια των δύο τεχνών καθιστά τις μεταφορές εύκολη υπόθεση, όταν τις αναναλάβουν μεγάλοι σκηνοθέτες. Σε όλα τα είδη θεάτρου έχουμε μεταφορές, ειδικά στην κωμωδία, για να θυμηθούμε τον παλιό καλό Ελληνικό κινηματογράφο, όπου είχε γίνει σχεδόν κανόνας, κάθε πετυχημένο θεατρικό έργο να γίνεται ταινία. (Σακελλάριος, Ψαθάς, Τζαβέλλας, Γιαννακόπουλος κ.α.).

Στο Χόλλυγουντ, μεγάλοι σκηνοθέτες όπως ο Billy Wilder, o Alfred Hitchcock, Sidney Lumet, ο Ηλίας Καζάν και πολλοί άλλοι, διασκεύασαν θεατρικές επιτυχίες. Εξ άλλου, σχεδόν τα περισσότερα έργα κλασσικού ρεπερτορίου - όπως για παράδειγμα του Σαίξπηρ - διασκευάστηκαν πολλές φορές.
Το θεατρικό έργο Rabbit hole, του David Lindsay- Abaire, πρωτοπαρουσιάστηκε το 2005 και το 2006 ανέβηκε στο Broadway.  Από τότε έχει παρουσιαστεί με επιτυχία σε διάφορες πόλεις των Η.Π.Α. και τώρα αρχίζει να μεταφέρεται σε άλλες χώρες. Το 2006, το έργο πήρε βραβείο Pulitzer και η πρωταγωνίστρια Cynthia Nixon απέσπασε το θεατρικό βραβείο Tony.

 
Το επιτυχημένο θεατρικό έργο τράβηξε την προσοχή της  Nicole Kidman η οποία λέει, πως όταν διάβασε για πρώτη φορά το «Rabbit hole», δεν μπορούσε να συγκρατήσει τους λυγμούς της. «Το θέμα του με “έπιασε” σε τέτοιο βαθμό που για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό ένιωσα πραγματικά τρωτή. Γιατί ως μάνα μπορώ πολύ καλά να φανταστώ τι σημαίνει να χάνει κάποιος το παιδί του. Γι΄ αυτό και όταν αποφάσισα να κάνω το θεατρικό ταινία, κρατώντας για μένα τον ρόλο μιας μάνας που χάνει το παιδί της, πολύς κόσμος απόρησε και μου είπε ότι κάνω κακό στον εαυτό μου ».

Η Kidman αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την παραγωγή. Επέλεξε τον σκηνοθέτη John Cameron Mitcell να σκηνοθετήσει  και ζήτησε από τον ίδιο τον θεατρικό συγγραφέα να διασκευάσει σε σενάριο το έργο του, με αποτέλεσμα να έχουμε μια εξαιρετική ταινία. Οι θαυμάσιοι διάλογοι μεταφέρθηκαν σε πολλούς διαφορετικούς χώρους και η δυναμική στατικότητα του θεάτρου συνάντησε την μαγεία του κινηματογράφου. 


Το έργο περιγράφει την οδύνη δυο γονιών από τον χαμό του τετράχρονου παιδιού τους. Ο Howie (Aaron Eckhart ) και η Becca (Nicole Kidman) δυο μορφωμένοι και καλλιεργημένοι μεσοαστοί προσπαθούν να μαζέψουν τα συντρίμια τους, ζώντας στην σιωπή και παρακολουθώντας μια ομάδα ψυχοθεραπείας για γονείς που έχασαν τα παιδιά τους. Απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον, πασχίζουν με διαφορετικό τρόπο να μείνουν όρθιοι. Ο σύζυγος ζητά από την γυναίκα του να προχωρήσει η ζωή, μα κάθε βράδυ παρακολουθεί βίντεο με το παιδί. Η σύζυγος είναι καθηλωμένη από τον χαμό, μα κάθε μέρα προσπαθεί να απαλλαγεί από τα αντικείμενα που θυμίζουν τον γιο τους.  Μια σειρά από άλλα πρόσωπα, κυρίως τον υπεύθυνο του τροχαίου, θα αποτελέσουν τους καταλύτες για να εξελιχθεί το δράμα. 


Μια πολύ ανθρώπινη ταινία που κάνει τον θεατή να πηγαίνει να την δει  με βαρειά καρδιά και να φεύγει ανάλαφρος! Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών έχει βυθιστεί κυριολεκτικά στους ρόλους και οι καθηλωτικοί διάλογοι κάνουν τον θεατή να συμπάσχει μαζί τους. Θέματα όπως η παρηγοριά της θρησκείας και των συνανθρώπων στον θάντο και κυρίως η συγχώρεση, διατρέχουν όλο το έργο.

Η ταινία έχει προταθεί για Χρυσή Σφαίρα και θα πάει σίγουρα και στα Οσκαρ. Δέιτε την!  (Διάρκεια 91΄)



Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

The Lucky Ones


Τρείς στρατιώτες (δύο άντρες και ια γυναίκα) που είχαν τραυματιστεί στον πόλεμο του Ιράκ, γυρίζουν στην πατρίδα τους. Οι δύο (Michael Pena και Rachel McAdams) έχουν 30 μέρες άδεια και ο τρίτος (Tim Robbins) απολύεται. Ένα μπλακάουτ στο αεροδρόμιο JFK, θα τους αναγκάσει να νοικιάσουν ένα βαν και να πορευτούν οδικώς στους προορισμούς τους. Οι τρείς ξένοι μεταξύ τους στρατιώτες, οι βουτηγμένοι στην φρίκη ενός παράλογου κι άδικου πολέμου, τραυματισμένοι οι ίδιοι ψυχικά, και καθηλωμένοι από τη μοναξιά τους, θα ανοιχτούν ο ένας στον άλλο και θα ταξιδέψουν σε μια διαδρομή που θα τους κάνει να στοχαστούν και να εξωτερικεύσουν την ανθρώπινη πλευρά του εαυτού τους...

Άλλη μια καλή ταινία για το Ιράκ. Είπαμε και παλιότερα πως πίσω από την άδικη επέμβαση της υπερδύναμης, υπάρχουν οι χιλιάδες ιστορίες των στρατιωτών και των οικογενειών τους, ιστορίες γεμάτες πόνο και αγωνία, ιστορίες ανθρώπων που τραυματίστηκαν (υπολογίζονται σε 32.900 επίσημα, 100.000 ανεπίσημα.  ΔΕΣ ΕΔΩ!), ή έμειναν ανάπηροι, ιστορίες απλοϊκών φτωχών νεαρών που κατατάχτηκαν για να επιβιώσουν και γνώρισαν την φρίκη του πολέμου. Για όσους γλύτωσαν τον θάνατο η την αναπηρία, δεν υπάρχει καμία πρόνοια κι έτσι γυρίζουν πίσω γεμάτοι ψυχικά ραύματα, σε μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται ότι είναι σε πόλεμο.

Μια ταινία δρόμου γεμάτη ανθρωπιά, χιούμορ και ευαισθησία...




*** Και πάνω απ' όλα, ας μην ξεχνάμε τους 600.000 Ιρακινούς που σκοτώθηκαν από την αρχή της επέμβασης στο Ιράκ.   ΔΕΣ ΕΔΩ.


Υ.Γ.: Ας μην σοκαριστεί κανείς από μερικούς "έντονους" διαλόγους. Ο ρεαλισμός της ταινίας επιβάλλει να παρουσιαστούν οι χαρακτήρες με την απλοϊκότητα και την απαιδευσία που τους διακρίνει.