Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Είναι τρελοί αυτοί οι Βόρειοι - Βienvenue chez les Ch’tis (2008)

Πότε είδατε τελευταία καλή κωμωδία; Είναι όντως το δυσκολότερα είδος. Καλοί πρωταγωνιστές καταντούν συχνά καρικατούρες μα εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τον Kad Merad τον είδαμε ως μπαμπά του τελευταίου «Μικρού Νικόλα» και ως επιστάτη στα εξαιρετικά «Παιδιά της Χορωδίας». Τον Dany Boon, γνωστό και από το ρόλο του στην ιστορική  “Joyeux Noel – Καλά Χριστούγεννα”, τον απολαύσαμε στην έξοχη ταινία “Mon meilleur ami” (2006, του Leconte). Και οι δυο θεωρούνται από τους αξιολογότερους σύγχρονους Γάλλους κωμικούς και συμπρωταγωνιστούν σε αυτή την παραγωγή με τον Μπουν να υπογράφει και τη σκηνοθεσία και το αρχικό σενάριο. 


 Στην ταινία των 106’, λοιπόν, παρακολουθούμε τον Μεράντ ως Φιλίπ Αμπράμ να προσπαθεί, για να ευχαριστήσει τη δύστροπη γυναίκα του, να πάρει μετάθεση στο ταχυδρομείο κάποιας πόλης της κοσμοπολίτικης γαλλικής Ριβιέρας. Αυτό που πετυχαίνει όμως, είναι να φύγει από το Νότο με δυσμενή μετάθεση για το Βορρά. Θα αφήσει τον εκλεπτυσμένο Νότο με την υψηλή κουζίνα, για τα φαινομενικά απολίτιστα βόρεια σύνορα, στο Μπεργκ, όπου βρέχει συνέχεια ενώ οι «βάρβαροι» άνθρωποι μόνο πατάτες τρώνε και μιλούν με πολύ παράξενη προφορά και περιορισμένο λεξιλόγιο… 


Με τη συμπόνια της γυναίκας του αλλά και των... τροχονόμων, ξεκινά το μακρύ του ταξίδι για να ανακαλύψει πώς μπορεί να καταρριφθούν τα στερεότυπα που μας χωρίζουν από τον διπλανό, πόσο εγκάρδια και γαλήνια μπορεί να είναι η συνύπαρξη σε μια επαρχιακή πόλη του Βορρά μέσα από αστείες καταστάσεις. Συνδέεται φιλικά με τον υπάλληλό του και εξαιρετικό κωδωνοκρούστη του πύργου του Μπεργκ, Αντουάν (Μπουν) που του προτάσσει την παροιμία της περιοχής: «ένας επισκέπτης κλαίει δυο φορές στο Βορρά: Μια όταν έρχεται και μια όταν φεύγει». Εκείνος, βέβαια, μόνο το πρώτο σκέλος της προς το παρόν συνειδητοποιεί.


 Το χιούμορ δεν είναι ανώδυνο, καθώς υπάρχουν διάφορα σχόλια, για τις υπερπροστατευτικές μητέρες που αρνούνται να αφήσουν τους γιους τους να αναπνεύσουν και τους ίδιους που πρέπει να βάλουν τα όριά τους, ή για τις μονίμως γκρινιάζουσες συζύγους που ακούν μόνο αυτό που θέλουν να πιστέψουν. Έπειτα, επιστρατεύοντας τις αναμνήσεις μας από τους μικρονοϊκούς τοπικισμούς που θρέφουν και σήμερα την ελληνική ύπαιθρο, μπορούμε να φανταστούμε τον πανικό που κυριεύει τον πρωταγωνιστή καθώς πηγαίνει από τη μια άκρη της Γαλλίας στην άλλη. Μήπως και εμείς δεν μεγαλώνουμε με στερεότυπα αρνούμενοι να δούμε την πραγματικότητα και να χαρούμε τις στιγμές μας; Πόσο σωτήριος μπορεί να είναι ο αυτοσαρκασμός; Υπάρχει πολυτιμότερο αγαθό από την ανθρωπιά και τη γαλήνη; Καμπάνες κτυπούν από το Μπεργκ για όλους μας…

 
Οι Γάλλοι έχουν όντως μια πολύ αρνητική εικόνα για τη συγκεκριμένη περιοχή, τη βροχερή και φτωχή. Η γνησιότητα ωστόσο κρύβεται στη μη επιτήδευση. «Μου έκανε μεγάλη εντύπωση», αναφέρει ο Μεράντ, «όταν μια μέρα, ένας τεχνικός από το συνεργείο ζήτησε από μια ιδιοκτήτρια να φυλάξει κάποιον εξοπλισμό στο κατάστημά της. Εκείνη όχι απλώς δέχτηκε, αλλά του έδωσε και τα κλειδιά για να τον πάρει την επόμενη μέρα μόνος του! Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ στο Παρίσι». 


Ο ίδιος ο Ντάνυ Μπουν, καταγόμενος από το Βορρά, σκηνοθέτησε με ιδιαίτερη ευαισθησία αυτήν την πολύ μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στη Γαλλία (κόστισε 15,300,000 δολάρια και απέφερε 245,143,223 $). Η ταινία χάνει, βέβαια, λίγο στη μετάφραση, αφού βασίζεται στα λογοπαίγνια, και την διαφορά προφοράς στα Γαλλικά, αλλά το ισοσκελίζει με τις πανανθρώπινες αλήθειες που αποτυπώνει και το γεγονός πως είναι από τις ελάχιστες κωμωδίες σήμερα χωρίς σεξουαλικά υπονοούμενα ή υβρεοπομπές. Συμπαθητική η απόπειρα του μεταφραστή να μεταφράσει με αντίστοιχες δικές μας προφορές την διάλεκτο των Βορείων. Έξυπνη και με υποκριτικά δεινούς ηθοποιούς χαρίζει στιγμές αβίαστου γέλιου.

Ε.Κ.

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

DAS EXPERIMENT VS THE EXPERIMENT



 Τό 1971 πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστήμιο του Stanford στις ΗΠΑ ένα ψυχολογικό πείραμα. 24 φοιτητές επιλέχτηκαν για να παίξουν τον ρόλο φυλακισμένων και δεσμοφυλάκων σε ένα χώρο διαμορφωμένο σε φυλακές. Πέραν κάθε προσδοκίας, οι φοιτητές «πειραματόζωα» μπήκαν τόσο καλά στους ρόλους τους, ώστε κάποιοι από τους «φύλακες» οδηγήθηκαν σε πράξεις αυταρχισμού, ενώ κάποιοι από τους «φυλακισμένους» μπηκαν σε μια παθητική συμπεριφορά και ανέχθηκαν πράξεις βίας από τους φρουρούς. Το πείραμα τρόμαξε τους υπευθύνους και το διέκοψαν στις 6 ημέρες.  

  
Είκοσιοκτώ χρόνια αργότερα, το 1999, ο γερμανός συγγραφέας Mario Giordano έγραψε τη νουβέλα «Black Box», βασισμένη στο πείραμα του Stanford και δύο χρόνια αργότερα, ο καλός σκηνοθέτης Oliver Hirschbiegel (Πτώση, Five minutes of Heaven)  συνεργάστηκε μαζί του στο σενάριο και γύρισε την ταινία «Τό Πείραμα» (Das Experiment, 119΄), με πρωταγωνιστή τον Moritz Bleibtrue (Der Baader Meinhof Komplex, Soul Kitchen κλπ). Η ταινία, η οποία πήρε 13 βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ για τη σκηνοθεσία, το σενάριο και τον πρώτο αντρικό ρόλο , διερευνά το τι θα γινόταν αν ένα τέτοιο πείραμα κρατούσε πολλές ημέρες και ξέφευγε από τον έλεγχο των υπευθύνων.

  
Η υπόθεση, τοποθετημένη στην Γερμανία του 2001, και το πείραμα πραγματοποιημένο από κάποια στρατιωτική υπηρεσία που διερευνά την ανθρώπινη συμπεριφορά, οδηγεί τα «πειραματόζωα» σε ακραίες ψυχοπαθολογικές συμπεριφορές. Αποδεικνύεται ότι πολλοί άνθρωποι που σε κανονικές συνθήκες ζωής φαίνονται φυσιολογικοί, αν τους δοθεί εξουσία, μπορεί να οδηγηθούν στην ωμή βία και τον σαδισμό. Και μην μας φαίνεται τραβηγμένο κάτι τέτοιο. Αρκεί να θυμηθούμε τους πρόσφατους βασανισμούς από απλούς Αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ ή τις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ, μα και τόσα άλλα.

Εξαιρετικές ερμηνείες, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα θρίλερ, απρόσμενη εξέλιξη, ένταση, δράση και πολλά ερωτηματικά για το ανθρώπινο γένος, κάνουν το Πείραμα μια πολύ αξιόλoγη ταινία, που αξίζει να δείτε...

_ _ _

                            

Φέτος, εμφανίστηκε το Αμερικανικό ρημέικ της ταινίας, ( The Experιment 96΄) γυρισμένο από τον μέχρι τώρα τηλεοπτικό (Prison Break) σκηνοθέτη Paul Scheuring, ο οποίος μετέφερε "Tο Πείραμα" στην σύγχρονη Αμερικανική πραγματικότητα. Μεγάλο ατού της ταινίας οι δύο βραβευμένοι με Οscar πρωταγωνιστές Adrien Brody (Πιανίστας) και Forest Whitaker (Τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας). Παρά τις καλές προθέσεις του σκηνοθέτη και βέβαια τις ερμηνείες, η ταινία έχει χάσει την ζοφερή ατμόσφαιρα της πρώτης εκδοχής και κινείται προς την περιπέτεια. Παρ’ όλα αυτά δείτε και συγκρίνετε. Θα έχει σίγουρα ενδιαφέρον... 

 Χ.Δ


Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

TRIAGE (2009)

Triage είναι μια διαδικασία καθορισμού της προτεραιότητας της θεραπείας των ασθενών, με βάση την σοβαρότητα της κατάστασής τους. Ο όρος προέρχεται από το γαλλικό ρήμα Trier, που σημαίνει ταξινομώ, επιλέγω. Η κατάσταση αυτή συμβαίνει κυρίως στον πόλεμο, όπου οι γιατροί πρέπει να αποφασίσουν ποιούς θα χειρουργήσουν και ποιούς θα αφήσουν να πεθάνουν, κρίνοντας γρήγορα τις πιθανότητες επιβίωσης.
 

Η ταινία αφορά δύο καλούς φίλους φωτορεπόρτερ που βρίσκονται στο μέτωπο του Κουρδιστάν το 1988, σε ένα υποτυπώδες «νοσοκομείο» που λειτουργεί μέσα σε σπηλιά καί όπου διαρκώς ο γιατρός προσπαθεί να σώσει τους βαριά τραυματισμένους αντάρτες εφαρμόζοντας το triage. Ο ένας φωτογράφος (Jamie Sives) φεύγει από το μέτωπο για να γυρίσει πίσω στην Ιρλανδία, στην έγκυο γυνάικα του. Ο άλλος (Colin Farrell) μένει πίσω για να τραβήξει πιό σημαντικές φάσεις του πολέμου  και τραυματίζεται. Όταν καταφέρει να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, δεν θα είναι πια ο ίδιος. 

Μια εκλεκτή ταινία με θέμα την φρίκη του πολέμου, τις ενοχές, τα τραύματα που αφήνει η φρίκη της βίας. Πολύ καλός ο Farrell και εντυπωσιακός ο παλαίμαχος Christopher Lee. Η ταινία είναι σκηνοθετημένη από τον Βόσνιο σκηνοθέτη Danis Tanovic που το 2001 είχε βραβευτεί με Oscar καλύτερης ξένης ταινίας, καθώς και με βραβειο καλύτερου σεναρίου στις Κάννες, για το αντιπολεμικό δράμα No man' s land με θέμα τον πόλεμο στην Σερβία.

Το Triage είναι συμπαραγωγή Ιρλανδίας, Ισπανίας, Βελγίου και Γαλλίας και έχει διάρκεια 99΄.  Δείτε το!


Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Λίγα λόγια ακόμα για την ταινία "Tsar"...



 Πριν λίγο καιρό παρουσιάσαμε την ταινία O Tσάρος του Pavel Lungin. Επανερχόμαστε με ένα κείμενο του συνεργάτη μας Μ.Ψ., που με την ιδιότητά του ως ψυχιάτρου διεισδύει στην προσωπικότητα του Ιβάν του Τρομερού και θεολογεί αξιοπρόσεκτα...

(Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο - πλην της τελευταίας - προέρχονται από την ιστορική ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη S. Eisenstein "Ιβάν ο Τρομερός", (1944 Α΄μέρος, 1958 β΄μέρος), όπου βέβαια ο Τσάρος παρουσιάζεται με θετικό τρόπο, αφού ο θαυμασμός που έτρεφε γι αυτόν ο Στάλιν επέβαλε μια μονομερή επική παρουσίαση).
 

Η εξαιρετική παρουσίαση της ταινίας TSAR από την αδελφή μας Α. Χ. που αναρτήθηκε ήδη στο Αρχαγγέλων Ταινιόραμα στις 27 Οκτωβρίου, παρέχει στον θεατή κάθε χρήσιμη πληροφορία για την ταινία και μια πλούσια ιστορική τοποθέτηση του έργου.
Έχουμε έτσι την ευκαιρία να προχωρήσουμε άμεσα στην παράθεση κάποιων σκέψεων που πηγάζουν από τη συγκεκριμένη ταινία, αποφεύγοντας τις επαναλήψεις γνωστών στοιχείων.

Μια κινηματογραφική ταινία είναι ένα κομμάτι ζωής, μια αναπαράσταση ζωής δοσμένη από την ιδιαίτερη οπτική γωνία του σκηνοθέτη. Σαν μια φωτογραφία (αφού είναι κυρίως εικόνα) διευρυμένη, που ανάλογα με την τεχνική προσέγγιση και τον εστιασμό του θέματος της, δρομολογεί και ανάλογους συνειρμούς. 


Στην πρώτη ασπρόμαυρη ταινία με το ίδιο θέμα, ο «Ιβάν ο Τρομερός» (Sergei Eisenstein, 1944), οι διαβαθμίσεις των γκρίζων τόνων διαποτισμένοι από την ιδιοφυία του μεγάλου δημιουργού, προάγουν τους συμβολισμούς και αναδεικνύουν τον θρύλο του τρομερού Τσάρου, σε μια εποχή ιδιαίτερης σκοπιμότητας. 


 Οι συνειρμοί εκεί παίρνουν άλλους δρόμους.
Ο Pavel Lugin σήμερα, μέσα σε ένα πλούτο χρωμάτων και σκηνικών αποχρώσεων, επικεντρώνεται και φωτίζει ανάγλυφα τη διαταραγμένη προσωπικότητα του Ιβάν, που από «Τρομερός» ονομάζεται απλά «Τσάρος», έστω και χωρίς αποσιωπητικά που θα τόνιζαν εντονότερα τη ρεαλιστική απομυθοποίηση του. 
Ζήσαμε τον Pyotr Mamonov σαν Άγιο Ανατόλιο στο «Νησί» του, λίγο-πολύ ταυτιστήκαμε μαζί του και τώρα τον απολαμβάνουμε σε ένα ρόλο τελείως αντίθετο, τον ζούμε σαν Τσάρο, αλλά εδώ δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε ταυτίσεις, διατηρούμε διακριτικά τις αποστάσεις μας. Και φαίνεται λογικό. Ο Ιβάν ο Τσάρος είναι τρελός, παρανοϊκός, ακαταλόγιστος. Πώς να ταυτιστεί κανείς μαζί του;
Όμως ο Λουγκίν φωτίζοντας έντονα τους χαρακτήρες του, δίνει διάφανες κάποιες πτυχές της προβληματικής αυτής προσωπικότητας. Ας στρέψουμε κι’ εμείς λοιπόν, λίγο περισσότερο την προσοχή μας στον ίδιο τον Ιβάν, από ό τι στα εγκλήματα του.  



Τα συμπτώματα της τρέλας λένε πως είναι μηχανισμοί προστασίας, όταν η σκληρότητα και η πίεση της ζωής δεν αντέχονται άλλο. Ο τρελός (ο Ιβάν στην περίπτωση μας) είναι κάποιος που ίσως κληρονόμησε μια ευαισθησία ιδιαίτερη στο να πληγώνεται από τη συμπεριφορά των γύρω του, χωρίς να έχει αντισταθμιστική παροχή αγάπης και κατανόησης, κάποιος που δεν γνώρισε στα χρόνια της συναισθηματικής του ανάπτυξης στοργή, τρυφερότητα, ελευθερία, συντροφικότητα, μετριοπάθεια,  κάποιος που νοιώθοντας να συνθλίβεται από τον φόβο και τις ενοχές, προβάλλει το μίσος που τον διακατέχει  στους άλλους, προτιμώντας να είναι εκείνος ο κυνηγημένος, ο στόχος όλων που συνωμοτούν εναντίον του και εξισορροπεί τα ψυχολογικά του κενά υιοθετώντας ένα παραλήρημα, μια παθολογική πεποίθηση θεϊκής αποστολής. 



Ο κόσμος τον έχει απαρνηθεί πριν ακόμα αρρωστήσει. Περνώντας τα όρια της τρέλας, ανοίγεται ένα μόνιμο χάος ανάμεσα σ’ αυτόν και την κοινωνία των «φυσιολογικών» ανθρώπων. Ο «τρελός» θα ζει πια σε μια  βουβή μοναξιά, σε μια ονειρική (εφιαλτική) πραγματικότητα, έρμαιο στο φόβο και την καχυποψία, γαντζωμένος στο παραλήρημα του, ένας άνθρωπος χωρίς ουσιαστική επικοινωνία, χωρίς κοινωνία, χωρίς Παράδεισο.    
Μέσα στη δίνη της αρρώστιας του διασφαλίζει την πραγματική ή τη φανταστική εξουσία του με το ψέμα, με το έγκλημα, ίσως και με τη διαστροφή, γιατί ενεργεί άβουλα, με το ένστικτο και το ένστικτο είναι τυφλό, χωρίς πνεύμα.



Κι’ εμείς, συμπονούμε τον τρελό και όλους τους αναξιοπαθούντες από μακριά, κρατούμε αποστάσεις ασφαλείας, περιοριζόμαστε και περιφρουρούμε τη σιγουριά του στενού και υγιούς κύκλου μας, αποφεύγουμε κάθε σχέση με διαταραγμένους, με απατεώνες, με άρρωστους, με φυλακισμένους, με ύποπτους γενικότερα και καταδικάζουμε φανερά ή κρυφά όποιον δεν μας ταιριάζει. Θυμώνουμε με όσους δεν ασπάζονται τις απόψεις μας ή αγνοούν τις υποδείξεις μας. Ειρωνευόμαστε κάθε τι ξένο στις συνήθειες μας.   

 
Διεκδικούμε έναν Παράδεισο στα μέτρα μας, για μας και τους «δικούς» μας, αποκλείοντας τον κάθε παρείσακτο Γιάννη Αγιάννη της εξαθλίωσης που μας περιβάλλει.
Μας καθησυχάζει να παίζουμε τον ρόλο του καλού χριστιανού, αντί όμως με την πολιτεία μας να τεκμηριώνουμε αγιότητα, περιφέρουμε στην οθόνη της ζωής μας την χλιαρότητα της ολιγοπιστίας μας. 


 Σαν τον Τσάρο στην υπέροχα συμβολική σχετική σκηνή της διαδικασίας ενδύσεως του, προχωρούμε κι’ εμείς αργά, σταθερά και αυτάρεσκα σε μια καθημερινή επανένδυση και συσσώρευση ματαιοδοξίας. Με τη δύναμη της όποιας εξουσίας κατορθώσαμε να εξασφαλίσουμε, αντλούμε μικρές ικανοποιήσεις από τη σκληρότητα μας, την απόρριψη, την κακοπιστία και την εύκολη κριτική που ασκούμε στους γύρω μας και όλα αυτά χωρίς το άλλοθι της τρέλας, χωρίς το ελαφρυντικό του ακαταλόγιστου.  



Στη κοινωνία μας, αξιολογούμε τίτλους και επιφάνεια, κρίνουμε συμπεριφορές, δεν αγαπούμε και αγνοούμε το «πρόσωπο».
Και τελικά δεν σκεφτόμαστε ούτε για μια στιγμή, μήπως η αθλιότητα, η ανηθικότητα, η δυσμορφία, η κακία που μας απειλούν απ’ έξω, δεν είναι παρά οι δικές μας προβολές στους άλλους, γι’ αυτό και νοιώθουμε τόσο ενοχλημένοι. Γιατί, αν μέσα μας είχαμε ειρήνη, γαλήνη, ομορφιά,  καλοσύνη, αν στην ψυχή μας ζούσε ο Χριστός, τίποτα στον κόσμο δεν θα ήταν ξένο, ύποπτο, απειλητικό, άσχημο, τρελό. Μέσα από το πρίσμα της αγάπης όλα θα έπαιρναν τη σωστή τους θέση και διάσταση και καμιά συμπεριφορά, παθολογία ή άλλη ιδιαιτερότητα δεν θα ήταν ικανή να μας απομακρύνει ψυχικά από ένα άλλο πρόσωπο. Η συνύπαρξη, η αποδοχή, η αγάπη προς όλους, όποιοι και να είναι, ό τι και να έχουν κάμει, αυτό είναι ο Παράδεισος!



Η σινεκριτική που εξελίχθηκε σε αυτοκριτική, απεγνωσμένα ζητά προτού να κλείσει η αναφορά αυτή, λίγο φως, μια λάμψη ελπίδας στην ιστορία του Τσάρου Ιβάν. Ο Λουγκίν έδωσε τη βαρύτητα που όφειλε και στο σημείο αυτό.
Η ελπίδα ριζώνει στη θυσία και ο Άγιος Φίλιππος είναι η προσωποποίηση της θυσίας. Στάθηκε στο πλευρό του Τσάρου με την τίμια κριτική του, προσβλέποντας στο πρόσωπο του με αγάπη σαν φίλος, σαν αδελφός προσευχόμενος. Στη δική του θυσία ριζώνει και η δική μας ελπίδα, πως η οικονομία του Κυρίου θα μεριμνήσει για τη φώτιση μας. 


 Τελευταία εικόνα που μας ακολουθεί ζωντανή στην καρδιά μας, τα βλέμματα αγάπης του Αγίου και του βογιάρου ανεψιού του, που θα μπορούσαν, όμως αρνούνται να σώσουν τον εαυτό τους την ώρα του μαρτυρίου τους, ενοχοποιώντας ο ένας τον άλλο. Η υπέροχη αυτή σκηνή της υπέρβασης του κόσμου μας, ο αλληλοσεβασμός στην εικόνα του Θεού που δεν την προδίδουν, η ειρήνη που καθρεπτίζεται στα πρόσωπα τους, γίνονται ύμνος και κάθαρση, ψαλμός και παράδειγμα. Οδηγούνται έτσι και οι δύο στη θυσία και οδηγούν κι’ εμάς στους δρόμους της Πίστης, της Ελπίδας και της Αγάπης, των θυγατέρων της του Θεού Σοφίας.    

Μ. Ψ.




Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

ΤΑ ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ ΤΩΝ ΚΡΙΤΙΚΩΝ...


Συνηθίσαμε τα τελευταία χρόνια να διαλέγουμε ταινίες με βάση τα αστεράκια που βάζουν οι κριτικοί. Έτσι, πολλές φορές βρεθήκαμε στην θέση να βαρεθούμε αφόρητα από μια ταινία με πολλά αστεράκια, ή να χάσουμε μια ταινία επειδή είχε λίγα. Πολλές φορές νοιώσαμε πλήξη βλέποντας  "αστεράτες" ταινίες καλλιτεχνικών αδιεξόδων, όπως επίσης είδαμε πολλά αστέρια σε βαρετές ταινίες, μόνο και μόνο επειδή είχαν "προοδευτικό" θέμα (αντιαμερικανικό, αντιπολεμικό κλπ). Η διαφορά γούστου φαίνεται καθαρά και από την διαφορά εκτίμησης μεταξύ των κριτικών γνωστού αθηναϊκού περιοδικού και των κριτικών που γράφουν οι αναγνώστες.


Αλλά και στα αστεράκια που βάζουν οι αναγνώστες τα πράγματα είναι σχετικά. Αν για παράδειγμα μια ταινία βίας έχει πολλά αστεράκια στο imdb, σημαίνει ότι άρεσε στους θιασώτες του είδους κι όχι ότι είναι απαραίτητα καλή. Ή, αν μια ταινία πάρει λίγα αστέρια, μπορεί να σημαίνει ότι αυτή που την είδαν κάτι άλλο έψαχναν και ψήφισαν αρνητικά. Οπότε;



Οπότε, η πρώτη μας συμβουλή είναι να διαμορφώνετε μόνοι σας γνώμη, μελετώντας όλες τις απόψεις. Σιγά, σιγά θα καταλάβετε ποιός κριτικός σας πάει, ανάλογα με την ιδεολογία και το γούστο του. Δυστυχώς πολλοί επηρεάζονται από τις πολιτικές τους θέσεις ή από ακραίες καλλιτεχνικές αντιλήψεις. Διαλέξτε με ποιόν συμφωνείτε και αγνοείστε τα αστεράκια. Μα πάνω απ' όλα καλλιεργείστε την αισθητική και το γούστο σας. Το σινεμά είναι τέχνη και όχι ναρκωτικό για τις μάζες. Μπορεί να αφυπνίσει, να καλλιεργήσει, να ευαισθητοποιήσει, να λειτουργεί σαν ένα παράθυρο στον κόσμο  που θα μας θυμίζει ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από τον μικρόκοσμό μας (αφού η τηλεόραση λειτουργεί αντίθετα - σαν κλειδαρότρυπα κρεβατοκάμαρας και αποχωρητηρίου).


 

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Five Minutes of Heaven (2009)

Βό­ρει­ος Ιρ­λαν­δί­α, 1975. Ο 8χρονος Κα­θο­λι­κός Τζο Γκρί­φιν γί­νε­ται μάρ­τυ­ρας της στυ­γνής δο­λο­φο­νί­ας του α­δελ­φού του α­πό έ­να νε­α­ρό φα­να­τι­κό Προ­τε­στάν­τη, σε μια ε­πο­χή που η βί­α κυ­ρι­αρ­χού­σε σε ό­λη την χώ­ρα. Η ζω­ή του κα­θώς και αυτή της οι­κο­γέ­νειάς του κα­τα­στρέ­φε­ται μια και δεν μπο­ρούν να α­πο­δε­χτούν την α­πώ­λεια, ενώ ο δο­λο­φό­νος συλλαμβάνεται και ε­κτί­ει φυ­λάκιση 12 ετών.


33 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα κι ε­νώ στην Ιρ­λαν­δί­α έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει η ει­ρή­νη, έ­νας τη­λε­ο­πτι­κός πα­ρα­γω­γός κα­λεί σε μια κοι­νή συ­νέν­τευ­ξη συμ­φι­λί­ω­σης τους δύ­ο ή­ρω­ες του δρά­μα­τος. Ο φο­νιάς (Liam Neeson) έ­χει αλ­λά­ξει ζω­ή και έ­χει βρει νό­η­μα στο να προ­ω­θεί την ει­ρή­νη στην χώ­ρα του. Το θύ­μα (James Nesbitt), με στιγ­μα­τι­σμέ­νη την ζω­ή του α­πό ε­κεί­νη την μοι­ραία βρα­διά, πη­γαί­νει στην εκ­πομ­πή για να σκο­τώ­σει. 


Ο Γερ­μα­νός σκη­νο­θέ­της Οliver Hirschbiegel, ο ο­ποί­ος μας έ­χει δώ­σει δύ­ο κα­τα­πλη­κτι­κές ται­νί­ες (Το Πεί­ρα­μα, Η Πτώ­ση), ε­πι­στρέ­φει με μια πραγ­μα­τι­κή ι­στο­ρί­α, αυ­τή του φό­νου, πάνω στην ο­ποί­α θέτει έ­να φαν­τα­στι­κό ε­ρώ­τη­μα: Τι θα γι­νό­ταν αν αυ­τοί οι δύ­ο  άν­θρω­ποι, ο έ­νας πλή­ρης ε­νο­χών και ο άλ­λος γε­μά­τος ορ­γή συ­ναν­τι­όν­του­σαν; Πί­σω α­πό τους θαυ­μά­σιους δι­α­λό­γους που ερμηνεύουν οι δύ­ο ε­ξαί­ρε­τοι η­θο­ποι­οί, πα­ρε­λαύ­νει μια σει­ρά θε­μά­των που έ­χουν να κά­νουν με το πρό­βλη­μα της Β. Ιρ­λαν­δί­ας, το μί­σος, την ε­νο­χή, την κα­ταλ­λα­γή. Η ται­νί­α αυ­τή κέρ­δι­σε δύ­ο βρα­βεί­α στο Sundance Festival (σε­νά­ριο και σκη­νο­θε­σί­α) και ο Hirschbiegel έ­γι­νε σί­γου­ρα έ­νας α­πό τους σκη­νο­θέ­τες που πε­ρι­μέ­νου­με με α­νυ­πο­μο­νη­σί­α το ε­πό­με­νο έρ­γο τους. 

Χ. Μ. 


Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

All the Invisible Children (2005)

 

Με τις ταχύτατες αλλαγές στις ζωές μας, ορισμένες φορές μια ¨¨"κοινωνική" ταινία πενταετίας φαίνεται ξεπερασμένη. Δυστυχώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Πριν από τέσσερα χρόνια προβλήθηκε στη χώρα μας η  σπονδυλωτή ταινία Όλα τα αόρατα παιδιά (124’), της οποίας μέρος των εσόδων διατέθηκε για εκείνα τα παιδιά που δεν εμφανίζονται σε επίσημες στατιστικές, που περνούν απαρατήρητα ανά τις ηπείρους και τις στοιχειώνουν. Η Unicef είχε ζητήσει από καταξιωμένους σκηνοθέτες διαφορετικών εθνικοτήτων και γεωγραφικών περιοχών να φτιάξουν αφιλοκερδώς και χωρίς κανέναν άλλον περιορισμό καθένας μια ταινία μικρού μήκους του με πρωταγωνιστές παιδιά του περιθωρίου. Έτσι γεννήθηκαν «Όλα τα Αόρατα Παιδιά», των οποίων η ειλικρίνεια αγγίζει σαν ακίδα.


 Ο Αφρικανός Mehdi Charef παρακολουθεί με το φακό του τα παιδιά- πολεμιστές της ηπείρου του που σπαράσσεται από Εμφυλίους. Δεν πήγαν ποτέ σχολείο ούτε ξέρουν τι πάει να πει δώρο. Ο Emir Kusturitsa με πρωταγωνιστή έναν μικρό τσιγγάνο αναρωτιέται μέσα σε ξέφρενους θορύβους μήπως το αναμορφωτήριο είναι καλύτερο από κάποια οικογενειακά περιβάλλοντα, ενώ ο "εναλλακτικός" Spike Lee με την ταινία Jesus, Children of America και την έφηβη μαύρη Blanca αναφέρεται με κέντρο τα παιδιά-θύματα του Aids στον κοινωνικό ρατσισμό αλλά και στην ψυχολογία των βετεράνων του πολέμου. Η Katia Lund από τη Βραζιλία αποτυπώνει στο φιλμ την καθημερινότητα δυο παιδιών τις παραγκουπόλεις, δυο χαμινιών απ’ τις φαβέλες, κι ο Βρετανός Sir Ridley Scott μαζί με την κόρη του Jordan, δημιουργούν την πιο αλληγορική ταινία, με το όραμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Ο Stefano Veneruso, ως Ιταλός βιώσας ανάλογα, αναφέρεται στα παιδιά που κινούνται στις παρυφές της μαφίας, στα θυμωμένα μάτια τους που θέλουν να δραπετεύσουν. Τέλος, ο John Woo εκπροσωπώντας την Κίνα προβληματίζεται αντιδιαστέλλοντας ένα κορίτσι που ζει στη φτώχεια με ένα συνομήλικό του που φαινομενικά τα έχει όλα.

 
Για κάποιους, ορισμένοι σκηνοθέτες έκαναν προβλέψιμη επιλογή: ο Κουστουρίτσα του Καιρού των Τσιγγάνων αναφέρεται σε τσιγγάνους, η Λουντ των Πόλεων του Θεού στις φτωχογειτονιές του Σάο Πάολο, ο Λι του Μάλκολμ Χ, του Θαύματος της Αγίας Άννας  και τόσων άλλων καλών ταινιών, έχει ως πρωταγωνιστές πάλι (πάντα) μαύρους. Πιο δυσερμήνευτες φαντάζουν οι επιλογές του Γου του Πορφυρού Λόφου, ή του Ρίντλεϋ Σκότ. Μα, άραγε, γιατί το οικείο ή το ανοίκειο αποτελούν εξ ορισμού μομφή; Άξιοι είναι όλοι που σε τόσο μικρό χρόνο δημιούργησαν άρτιους κόσμους, μικρά διαμάντια, και ξεκάθαρα, με ευαισθησία άφησαν το μήνυμά τους χωρίς να πέσουν στην παγίδα του γλυκανάλατου ή διδακτικού. Καθεμιά από τις επτά ταινίες, αυτοτελής, διάρκειας 13’-20’, ενδείκνυται να την δούμε με εφήβους ή μόνοι μας, να προβληματιστούμε για τα όσα προσπερνούμε ή θεωρούμε εδώ δεδομένα και απαξιώνουμε. Ένα παράθυρο στον κόσμο μας είναι εξ ορισμού αυτή η παραγωγή, στον κόσμο μας που δεν είναι ο μικρόκοσμός μας, που έχει πολλές αφορμές για προσευχή, για προβληματισμό, για ευχαριστία.

E.K.